Ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ

Δευτέρα, 10 Δεκέμβριος 2018 12:14

τοῦ ἀρχιμ. Ἰακώβου Κανάκη

Ἕνα μέσο πού μπορεῖ κάποιος να προσεγγίσει τά νοήματα τῶν μεγάλων ἑορτῶν εἶναι διά τῶν ἱερῶν τεχνῶν και εἰδικότερα τῆς ἁγιογραφίας. Ἔτσι, θά προσπαθήσουμε μέ συντομία νά ἑρμηνεύσουμε τῆς εἰκόνα τῶν Χριστουγέννων. Θά γίνει μέσα ἀπό την προσπάθεια αὐτή νά φανεῖ πῶς εἶναι δυνατόν μέσα σέ μία εἰκόνα νά κρύβεται ὅλη ἡ θεολογία τῆς μεγάλης αὐτῆς Δεσποτικῆς ἑορτῆς. Στήν προσπάθειά μας αὐτή, θά μᾶς βοηθήσει κυρίως ἕνα πολύτιμο πόνημα, τό ἔργο τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, μέ τίτλο «Διαβάζοντας τήν εἰκόνα τῶν Χριστουγέννων».

Τό πρῶτο πού βλέπουμε στήν εἰκόνα εἶναι το σπήλαιο. Ἐτοῦτο ἔχει μαύρο χρῶμα, ἐνῶ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἀνοικτό καί λαμπερό. Ἐδῶ ὁ ἁγιογράφος κάνει συμβολικά μία ἀντίθεση, ἀνάμεσα στό σκότος τῆς κοινωνίας τῆς ἐποχῆς ὅπου ἔρχεται ὅ Χριστός -μιᾶς κοινωνίας εἰδωλολατρείας καί παρακμῆς- καί στό φῶς, τήν ἐλπίδα πού ἔρχεται Αὐτός νά δώσει.Τό τοπίο ὅπου διαδραματίζεται τό θαυμαστό αὐτό γεγονός εἶναι λιτό. Στό κέντρο τῆς εἰκόνος ὑψώνεται ἕνα βουνό, βραχῶδες καί συνήθως τριγωνικό, μέ τή βάση τοῦ τριγώνου στή γῆ καί τίς δύο ἄλλες συγκλίνουσες πλευρές πρός τόν οὐρανό, ὡς σέ ἄλλη Ἱερουσαλήμ.

Τό σκοτεινόχρωμο σπήλαιο στό ἐσωτερικό τοῦ βουνοῦ αὐτοῦ, ὅπου διαδραματίζεται τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ, δέν προέρχεται ἀπό τά Εὐαγγέλια ἀλλά ἀπό τήν παράδοση πού υἱοθέτησε ὁ ὀρθόδοξος πατερικός στοχασμός καί καθιέρωσε ἡ ὑμνολογία τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι αὐτό τό μαῦρο τῆς ἐσχάτης ἀπογνώσεως τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου, τό ὁποῖο ὅμως ἔρχεται τώρα νά φωτισθεῖ ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει, εἶδε φῶς μέγα». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, συγκρίνει τή Γέννηση μέσα στό σπήλαιο, μέ τό πνευματικό φῶς πού ἄναψε μέσα στά σκοτάδια τοῦ θανάτου, πού περιέβαλαν τό ἀνθρώπινο γένος. Ἐπιπλέον, τό σπήλαιο συνδέεται καί μέ τόν Ἄδη πού θά φωτίσει ὁ «Ἤλιος τῆς δικαιοσύνης».

Ἐπίσης, μέσα στό σπήλαιο παρατηροῦμε τή φάτνη, μέ τό θεῖο βρέφος σπαργανωμένο, καί ποτέ γυμνό, ὅπως στά ἀναγεννησιακά ἔργα τῆς Δύσης. Τό πρόσωπο τοῦ Θείου βρέφους ἔχει τή φωτεινή ἁγνότητα καί καθαρότητα ἑνός κοινοῦ παιδιοῦ, ἀλλά συγχρόνως διακρίνουμε καί τήν ἐνηλικιωμένη σοφία τοῦ Θεανθρώπου, ἡ ὁποία μέ ἰδιαίτερα λεπτό τρόπο ἀπεικονίζεται στή βυζαντινή τεχνοτροπία.

Ποῦ εἶναι ὅμως τοποθετημένο τό παιδί αὐτό; Μά μέσα σέ ἕνα φέρετρο! Εἶναι ἕνα σχῆμα ὀξύμωρο· μαζί μέ τήν χαρά τῆς Γέννησης, ἀποδίδεται καί ἡ πορεία αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, τό ὁποῖο γεννήθηκε γιά νά θυσιαστεῖ, νά πεθάνει γιά ὅλους. Καί βλέπουμε πώς εἶναι σπαργανωμένο, ὅπως συνήθιζαν γιά τούς νεκρούς τήν ἐποχή ἐκείνη. Στά σπάργανα παρατηροῦμε κάποιες ῥιγωτές ταινίες, ἴδιες μέ τά σπάργανα τοῦ σαβανωμένου Χριστοῦ. Δηλαδή αὐτό τό παιδί σπαργανώθηκε μέ σάβανο, δηλώνοντας τήν ἰδιαιτερότητά τῆς ἀποστολῆς του.

Ἄς πᾶμε νά δοῦμε τώρα τό πρόσωπο τῆς Παναγίας, τό ὁποῖο εἶναι τό μεγαλύτερο σε μέγεθος ἀπό ὅλα τά ἄλλα πού ἀπεικονίζονται. Ἡ Παναγία δέν εἶναι σέ στάση γυναίκας πού γέννησε. Ἀπεικονίζεται σχεδόν καθιστή, γιά νά δηλώσει ὅτι ἡ γέννηση ἔγινε ἀνωδίνως, χωρίς πόνους, παρθενικά. Κεντρικό πρόσωπο λοιπόν ἡ Παναγία, σέ Αὐτήν τά ὀφείλουμε ὅλα, ἐκείνη ἔφερε τό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο. Ἡ Θεοτόκος! Καί εἶναι ὄντως φοβερότατο καί παράδοξο τό μυστήριο, πῶς αὐτή ἡ κοιλιά χώρεσε μέσα της Ἐκείνον πού δέν τόν χωρᾶ ὁ κόσμος ὁλάκερος! Καί θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι πρώτη ἁγιογράφος στάθηκε ἡ Κυρία Θεοτόκος, ὅπως ψάλλουμε σχετικά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας: «ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος τοῦ Πατρός, ἐκ σοῦ, Θεοτόκε, περιεγράφη σαρκούμενος». Ἡ θέση τῆς Παναγίας εἶναι ἐξέχουσα στήν εἰκόνα, θέλοντας νά τονίσει τόν καταλυτικό της ῥόλο στό ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἄλλωστε κατά τόν Ἅγιο Νικόδημο τόν ἁγιορείτη, ἡ Παναγία κατέχει «τά δευτερεῖα τῆς Ἁγίας Τριάδος».

Κάτι ἄλλο πού μποροῦμε νά παρατηρήσουμε στήν εἰκόνα, εἶναι δύο ζῶα, ὁ βοῦς καί ὁ ὄνος. Αὐτά τά δύο εἶναι μιά καυστική ὑπόμνηση γιά τούς Ἑβραίους· ὅπως εἶπε ὁ προφήτης: «Ἔγνω βοῦς τό κτισάμενον, καί ὄνος τήν φάτνη τοῦ Κυρίου αὐτοῦ, Ἰσραήλ δέ οὐκ ἔγνω». Δηλαδή τά ζώα κατάλαβαν ποιός εἶναι ὁ Μεσσίας, καί οἱ Ἰουδαίοι περιμένουν ἀκόμη τόν ἐρχομό Του. Μέ τόν τρόπο αὐτό στηλιτεύεται λοιπόν ἡ ἀποστασία τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ, καί δίδεται παράδειγμα πρός ἀποφυγήν σέ ἐμᾶς, ὡστέ νά μήν Τόν ἀρνηθοῦμε, ἀλλά νά τόν ἀναγνωρίσουμε ὡς ἀληθινό Χριστό καί Μεσσία.

Ὁ Ἰωσήφ. Ὁ Ἰωσήφ φαίνεται σκεπτικός, ἐνῶ κάποιος τοῦ μιλᾶ. Αὐτός εἶναι ὁ Διάβολος, ὁ ὁποῖος τόν ἔχει γεμίσει ἀμφιβολίες σχετικῶς μέ τό παρθενικόν τῆς Γεννήσεως. Ὅπως διαβάζουμε καί στόν Ἀκάθιστό Ὕμνο: «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφοβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσήφ ἐταράχθη· καί τήν ἄγαμόν σέ θεωρῶν καί κλεψίγαμον ὑπονοῶν, Ἄμεμπτε». Ὁ Διάβολος κρατᾶ ἕνα ῥοζιασμένο ῥαβδί, τό ὁποῖο δείχνει στόν Ἰωσήφ, λέγοντάς του εἰρωνικά, ὅτι, ὅπως ἐκεῖνο τό κούτσουρο ἦταν ἀδύνατο νά βγάλει φύλλα, ἔτσι ἦταν ἀδύνατο καί μία παρθένος νά γεννήσει.

Στό πρόσωπο τοῦ Ἰωσήφ, γράφει ὁ Εὐδοκίμωφ, ἡ εἰκόνα ἀφηγεῖται ἕνα παγκόσμιο δράμα, πού ἀναπαράγεται διά μέσου ὅλων τῶν αἰώνων. Ὄντως, τό μυστήριο τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθύνεται στήν Πίστη τοῦ ἀνθρώπου. Χρειάζεται πίστη στήν παρθενία τῆς Παναγίας. Ἀλλά αὐτό συναντᾶ τό ἐμπόδιο τῆς ἀμφιβολίας, ἀπό τότε ἕως καί σήμερα. Ὁ Ἰωσήφ γίνεται τό σύμβολο μιᾶς πάλης, ἀνάμεσα στή λογική καί τήν ἐμπειρία, τήν πίστη· μιά πίστη ἡ ὁποία νικᾶ τούς ὅρους τῆς φύσης. Τελικά ὅμως, ὁ Ἰωσήφ διώχνει κάθε ἀμφιβολία, καί γίνεται αὐτός πού θά ὑπηρετήσει μέ μεγάλη προσοχή καί εὐλάβεια τό Μυστήριο τῆς Σαρκώσεως.

Στά ἀριστερά τῆς εἰκόνας ὑπάρχει ἕνα λουτρό. Πρόκειται για το λουτρό τοῦ θείου βρέφους ἀπό τίς γυναῖκες. Αὐτό, εἰκονογραφικῶς, ἀνάγεται στίς ἀρχές τοῦ 8ου αἰώνα, καί προέρχεται ἀπό τήν ἀπόκρυφη χριστιανική γραμματεία. Συμβολίζει, δέ, τή Θεϊκή συγκατάβαση γιά τήν τήρηση τοῦ νόμου· δηλαδή ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι μόνο Θεός τέλειος, μά καί ἄνθρωπος τέλειος. Βέβαια, κάπου χίλια χρόνια μετά (18ος αἰώνας), ἡ ἀναπαράσταση αὐτή θεωρήθηκε μειωτική τῆς Θεότητας, ὅτι δέν ταιριάζει δηλαδή αὐτό γιά τό Χριστό, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε ἀνἀγκη πλύσης τοῦ βρέφους. Μολαταύτα, κάποιοι ἐξακολουθοῦν νά ἀπεικονίζουν παραδοσιακά τή σκηνή αὐτή τῆς φροντίδας τοῦ μικροῦ Ἰησοῦ.

Στήν εἰκόνα βλέπουμε ἐπίσης τούς Ἀγγέλους, τούς ποιμένες, τούς Μάγους πού ἔρχονται μέ τά δῶρα, καί τό ἀστέρι πού στέκεται ψηλά καί τό φῶς του φτάνει ἕως καί τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Οἱ Ἄγγελοι ἐμφανίζονται νά σκύβουν, σέ στάση προσκύνησης πρός τό Θεῖο βρέφος, καί ὅλοι στρέφονται πρός τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποτελεῖ τό κέντρο τῆς εἰκόνας. Ἀκόμη, οἱ Ἄγγελοι δίδουν τήν πληροφορία τῆς Γεννήσεως στούς βοσκούς, οἱ ὁποίοι καί πηγαίνουν νά προσκυνήσουν πρώτοι, ὡς ἁγνοί καί ταπεινοί τῇ καρδίᾳ. Οἱ βοσκοί εἶναι «ἀγραυλοῦντες», προσέχοντας τά ποίμνιά τους μέσα στή νύχτα καί παίζοντας μέ τούς αὐλούς, ἐνῶ οἱ Ἄγγελοι, μελωδικῷ τῷ τρόπῳ, ὑμνοῦν τό Θεό μέ τό γνωστό «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Ὅμως, καλεσμένοι στό λαμπρό γεγονός εἶναι καί οἱ μάγοι, αὐτοί πού ἔχουν τήν κοσμική μόρφωση καί σοφία, οἱ ἀστρονόμοι τῆς ἐποχῆς, γιατί κανείς δέν ἀποκλείεται ἀπό αὐτό τό προσκλητήριο τῆς χαρᾶς. Οἱ μάγοι φοροῦν στολές καί κομίζουν δῶρα, φθάνουν, δέ, ὑπό τήν καθοδήγηση τοῦ λαμπροῦ ἀστέρα· ἀστέρα πού, σύμφωνα μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο, ἦσαν Ἄγγελος φωτεινός, ὁ ὁποῖος εἶχε λάβει τήν ἐντολή νά τούς ὁδηγήσει ἔπειτα ἀπό μακροῦ δρόμου -ἴσως δρόμου μηνῶν- στόν τόπο τῆς Γεννήσεως.

Ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ὅτι μέ τήν ταυτόχρονη ἀπεικόνιση μέσα στήν ἴδια σύνθεση, γεγονότων πού διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους, δίδεται μιά ἄλλη αἴσθηση τοῦ χρόνου, πού εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνόρασης τῶν Χριστουγέννων ὡς γεγονότος, καί πέρα ἀπό τήν ἱστορία. Βλέπουμε ταυτόχρονα τήν Παναγία καί τό Χριστό στή φάτνη τήν ὥρα τῆς γεννήσεως, τίς ἀμφιβολίες τοῦ Ἰωσήφ, τήν πλύση τοῦ βρέφους, τούς μάγους πού ἔρχονται, τούς Ἀγγέλους πού βρίσκονται ἐκεῖ, τούς βοσκούς πού μαθαίνουν· οὐσιαστικά ὁ χρόνος χάνεται, γιατί τό γεγονός αὐτό ἀφορᾶ σέ κάθε ἄνθρωπο καί σέ κάθε έποχή. Ὑπογραμμίζεται, ἔτσι, μέ ἀπαράμιλλη ὀμορφιά, ἡ ὑπέρβαση τοῦ τρισδιάστατου φυσικοῦ χώρου καί χρόνου καί ἡ ἀναγωγή του σέ ἕνα συνεχές «ἐδῶ» καί ἕνα διαρκές δοξολογικό «τώρα».

Οἱ ἱερές τέχνες, καί εἰδικά αὐτή τῆς ἁγιογραφίας βοηθοῦν τόν κάθε πιστό στήν βίωση τῶν ἑορτῶν. Πολλά μᾶς προσφέρει ἡ Ἐκκλησία ὥστε τά Χριστούγεννα, τά Θεοφάνεια και ὅλες οἱ ἄλλες ἑορτές να γίνονται πραγματικά αἰτία γιά τήν προσέγγιση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο.