Γ. Παπαηλιού: Η ΝΔ θεωρεί το Δημόσιο και την πολιτική ως αγορά και αυτά υπηρέτες των κυρίαρχων αγορών

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2021 12:04
Η Ομιλία του Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Αρκαδίας, Γιώργου Παπαηλιού, επί του ν/σ για τις δημόσιες συμβάσεις, στην Ολομέλεια της Βουλής , όπως αυτή δημοσιεύθηκε στην προσωπική του σελίδα στο Fb:
“Με το νομοσχέδιο για τις δημόσιες συμβάσεις επιχειρείται η αναθεώρηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για την ανάθεση και υλοποίηση των δημοσίων έργων προς την κατεύθυνση της απλοποίησης των σχετικών διαδικασιών. Όμως, με αυτό, ενισχύεται η συγκεντροποίηση των σχετικών δράσεων, με συνέπεια οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η τοπική επιχειρηματικότητα να κινδυνεύουν να τεθούν εκποδών, και μάλιστα με εκπτώσεις στο πεδίο της διαφάνειας, της προστασίας του δημοσίου χρήματος, της διασφάλισης της καλής εκτέλεσης των έργων και της ισονομίας μεταξύ των τεχνικών εταιριών.
Το νομοσχέδιο συζητείται σε χρόνο που ο δημόσιος τομέας λειτουργεί υπό ένα κατά παρέκκλιση καθεστώς συνεχούς σύναψης συμβάσεων με απευθείας αναθέσεις, λόγω του πραγματικού ή μη κατεπείγοντος και με πρόσχημα την πανδημία.
Επιπλέον στο προβλεπτό ( ; ) επόμενο χρονικό διάστημα θα χρειαστεί να επιταχυνθούν οι προκηρύξεις νέων διαγωνισμών για δημόσια έργα, στο πλαίσιο του «Ταμείου Ανάκαμψης».
Η έλλειψη ωριμότητας των περιλαμβανομένων στο νομοσχέδιο διατάξεων, αποδεικνύεται με το πλήθος των εξουσιοδοτικών διατάξεων για την έκδοση δευτερογενούς νομοθεσίας, καθώς και με την τμηματική έναρξη εφαρμογής των ρυθμίσεων του νομοσχεδίου η οποία εκτείνεται από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέχρι την 1.9.2021.
Αυτά θα επιφέρουν καθυστερήσεις, ακριβώς την περίοδο που θα έπρεπε να υπάρχει ταχύτητα και η μέγιστη αποτελεσματικότητα στην προκήρυξη και υλοποίηση νέων έργων.
Η απλοποίηση των διαγωνιστικών διαδικασιών του συστήματος δημοσίων συμβάσεων (έργων, υπηρεσιών και προμηθειών) πρέπει να αξιολογείται θετικά, όχι μόνον με γνώμονα την ταχύτητα, αλλά και με τα κριτήρια της ενίσχυσης της διαφάνειας και της συμμετοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας και της τοπικής επιχειρηματικότητας που για την ελληνική περιφέρεια είναι αιμοδότης και πυλώνας.
Στο νομοσχέδιο ως επί το πλείστον περιλαμβάνονται κοινές προβλέψεις για την συμμετοχή των εταιριών σε δημόσιους διαγωνισμούς, ανεξαρτήτως του ύψους του αντικειμένου τους, γεγονός που αντικειμενικά ευνοεί τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ένα εγχείρημα απλοποίησης του συστήματος δημόσιων προμηθειών και δημοσίων έργων θα έπρεπε να προβλέπει διαφοροποίηση των γραφειοκρατικών υποχρεώσεων των αναδόχων ανάλογα με το μέγεθος των συμβάσεων.
Η ενίσχυση των μεγάλων και ισχυρών και η συγκεντροποίηση των σχετικών δράσεων λαμβάνει χώραν και με την επιβάρυνση με επιπλέον γραφειοκρατικές υποχρεώσεις και απαιτήσεις ως προς τις εγγυήσεις του ανάδοχου, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα μικρομεσαία μελετητικά και εργοληπτικά γραφεία και άρα συμβάλει σε τάσεις συγκεντροποίησης της αγοράς στους κλάδους των μηχανικών και των τεχνικών εταιριών.
Το νομοσχέδιο ιδιωτικοποιεί μέρος του πεδίου της διαχείρισης των δημόσιων έργων μέσω της μεταφοράς-της εκχώρησης της επίβλεψης δημόσιων έργων στον ιδιωτικό τομέα. Ουσιαστικά θεσμοθετείται η εκχώρηση μέρους της παρακολούθησης και της εκτέλεσης των δημοσίων έργων στον ιδιωτικό τομέα. Κυρίως μέσω της μεταφοράς της επίβλεψης των δημοσίων έργων σε ιδιώτες, οι οποίοι θα πιστοποιούν τις δαπάνες που θα πρέπει να πληρώσει το δημόσιο στον ανάδοχο του έργου. Αυτή η παραχώρηση σε ιδιωτικά συμφέροντα εμπεριέχει σοβαρή σύγκρουση συμφερόντων, αφού ο ελεγχόμενος θα επιλέγει και θα πληρώνει τον ελεγκτή του. Με άλλα λόγια, η επίβλεψη θα γίνεται για λογαριασμό του αναδόχου και όχι του Δημοσίου, αφού οι ανάδοχοι-εργολάβοι θα αυτοαξιολογούνται !!! Έτσι θεσμοθετούνται αδιαφανείς διαδικασίες σύγκρουσης συμφερόντων και επιζήμιες για το δημόσιο συμφέρον.
Η εισαγωγή κατώτερου ορίου στο ύψος των εκπτώσεων είναι επί της αρχής ορθή, παρότι ο τρόπος με τον οποίο εισάγεται το σχετικό μέτρο δεν ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και θα οδηγήσει σε πλήθος δικαστικών διενέξεων και αδιαφάνειας. Θετικές είναι οι διατάξεις για την επέκταση των ηλεκτρονικών αγορών και για την χρήση των ηλεκτρονικών καταλόγων προμηθευτών του δημοσίου.
Η πρόβλεψη για την αύξηση των ορίων για απευθείας αναθέσεις από 20.000 σε 30.000 ευρώ για τις προμήθειες και τις υπηρεσίες και από 40.000 σε 60.000 ευρώ για τα έργα είναι εντός του περιθωρίου που επιτρέπει η ευρωπαϊκή οδηγία. Ωστόσο θα έπρεπε να προβλεφθούν δικλείδες ασφαλείας για να αποφευχθεί η κατάχρηση του συγκεκριμένου μέτρου. Το ίδιο ισχύει και για την αύξηση του ορίου για τις συμβάσεις οι οποίες εξαιρούνται από την υποχρέωση δημοσιότητας, από το ποσό των 1.000 ευρώ σε αυτό των 2.500 ευρώ, δεδομένου ότι θα προκληθούν φαινόμενα διαφθοράς και κατασπατάλησης δημόσιων πόρων και αντίστοιχης μείωσης της διαφάνειας.
Αδιαφανείς και επιζήμιες για το δημόσιο συμφέρον διαδικασίες εισάγονται και με το άρθρο 219, του οποίου ζητείται η απόσυρση από το σύνολο των περιβαλλοντικών οργανώσεων και για το οποίο εγείρονται ισχυρότατες και τεκμηριωμένες αντιρρήσεις από την αρμόδια Ανεξάρτητη Αρχή και από την Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής.
Στο συγκεκριμένο άρθρο προβλέπεται, ότι υπάρχει δυνατότητα να καθορίζεται, με προεδρικό διάταγμα υπο-περιοχή προστασίας στις περιπτώσεις ήπιων αναπτυξιακών έργων.
Αυτή η ρύθμιση, που στηρίζεται σε εμφανώς αόριστος όρους-κριτήρια, είναι αντίθετη προς την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία, οδηγεί στην καταστροφή περιοχών NATURA, αφού ο κατακερματισμός αυτών των περιοχών με την απομόνωση τμημάτων τους δεν γίνεται προς το συμφέρον της προστασίας του περιβάλλοντος. Αυτός ο κατακερματισμός γίνεται προς όφελος συγκεκριμένων «επενδυτών» και πάντως θα γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από αυτούς τους «επενδυτές» κατά το δοκούν. Σε αυτό το πλαίσιο, αποδεικνύεται ότι προτεραιότητα της κυβέρνησης της ΝΔ είναι η αποδόμηση και καταστρατήγηση και όχι η προστασία και η διαχείριση των περιοχών NATURA. Προς την ίδια αντιπεριβαλλοντική κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση για την προκήρυξη διαγωνισμών πριν την ολοκλήρωση των σχετικών περιβαλλοντικών μελετών.
Η ΝΔ θεωρεί το Δημόσιο και την πολιτική ως αγορά και αυτά υπηρέτες των κυρίαρχων αγορών.”
ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ