H ιστορία της ελληνικής ραδιοφωνίας (δεύτερο μέρος)

Παρασκευή, 23 Φεβρουάριος 2018 13:04

Το ανυπόληπτο για τα αβρά ώτα των ακροατών του ΕΙΡ λαικό τραγούδι, αποκλεισμένο από τη μουσική αξιοπρέπεια των μουσικών αλλά και των παραγωγών, βρήκε πρόθυμα αποδοχή από το μικρόφωνο του 781. Κατά τον διευθυντή Διαμαντή Πετρίτση, αυτός κατάργησε το εμπάργκο και πέρασε το ρεμπέτικο στο λαικό κοινό, που το αποδέχτηκε με ενθουσιασμό ανεβάζοντας την ακροαματικότητα του σταθμού στα ύψη. Τις θύρες των στούντιο του 781 τις διάβηκαν πρώτοι ο Παπαιωάννου και ο Μάρκος. Γαλαξίας των λαικών αστέρων το συγκρότημα του Καλαματιανού, που την εποχή της ακμής του 781 εμφανιζόταν στις Τζιτζιφιές.
Ο σταθμός του 781 είχε αγαπηθεί πολύ από τον κόσμο. Ο κύριος λόγος ήταν οι αφιερώσεις τραγουδιών που πρώτος αυτός μετέδωσε και καθιέρωσε. Η δυνατότητα του ακροατή να αφιερώνει ονομαστικά ένα τραγούδι σε ένα δικό του πρόσωπο, στρατευμένο κυρίως, ήταν μία επαναστατική πρωτοτυπία.

Ο ραδιοφωνικός σταθμός του Βόλου
Αν και η ίδρυση και η λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού στον Βόλο έχει εγγραφεί στη μερίδα του Σβολόπουλου, διότι χρονολογικά ανήκει στην περίοδο της θητείας του, η πρωτοβουλία ωστόσο προέρχεται από την ίδια την πόλη. Για να είμαστε πιο ακριβείς και δίκαιοι, ο ραδιοφωνικός σταθμός που δημιουργήθηκε το 1948, καθώς και η ραδιοφωνική ζωή, που είχε δημιουργηθεί πολύ νωρίτερα, οφείλεται αποκλειστικά σε έναν άνθρωπο. Γνωρίζουμε πως όχι μόνο εμπνευστής και υποκινητής για τη δημιουργία ραδιοφωνικού σταθμού στον Βόλο, αλλά και πρωτοπόρος του ραδιοφώνου σε ολόκληρη τη χώρα υπήρξε ο Γεώργιος Τρυφ. Κοντογεωργίου, πριν ακόμα και από από τον Τσιγγιρίδη, που θεωρείται έως σήμερα ο πρώτος ραδιοφωνάνθρωπος των Βαλκανίων.



Συνήθως εκπέμπει από τις 9.30 μέχρι την 11.00 νυκτερινή καθ’ εκάστη και από της 11ης μέχρι κι της 1ης μμ την Κυριακήν επί μεσαίων κυμάτων και εις μήκος κύματος 225 μέτρων ή συχνότητας 1.330 χιλιοκύκλων. Η δύναμις του ραδιοφωνικού σταθμού Βόλου είναι 250βαττ.
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα λειτουργίας και λόγω των πολλών προβλημάτων λειτουργίας ο σταθμός παραχωρήθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας.

Η τριετία 1948 – 1951 ραδιοφωνικά κατακλύζεται από τους στρατιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς που, ο ένας μετά τον άλλο υψώνουν τις κεραίες τους σε διάφορα σημεία της χώρας. Την αρχή όπως είδαμε έκανε ο 781 Λόχος Γενικών Μεταφορών, την ακολούθησαν σε ελάχιστο χρόνο και άλλες στρατιωτικές μονάδες.

Ο στρατιωτικός σταθμός της Λάρισας είναι ο δεύτερος και θα πρέπει να έγινε το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου του 1948.
Στα μέσα του 1948 ξεκινουν οι εργασίες του ραδιοφωνικού σταθμού των ενόπλων δυνάμεων ο οποίος στεγάζεται εις το κτίριο τα οδού Ζαλοκώστα 3. Ο σταθμός λειτουργεί κανονικά από της 5ης Δεκεμβρίου με ώρες 7.30 έως 9.00πμκαι από 11.45 μέχρι 3.00μμ καθημερινά.

Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς αρχίζει να εκπέμπει κανονικά ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μακρονήσου. Οι μαρτυρίες είναι αντιφατικές και συγκεχυμένες.
Η εφημερίδα Έθνος εμφανίζει την έναρξή του λίγο νωρίτερα από την 28η Οκτωβρίου 1948, που δημοσιεύεται η παρακάτω είδηση:

Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μακρονήσου.
Πολύ ευχάριστη η έκπληξη που εδοκίμασαν οι ακροαταί του ραδιοφώνου από την χριστουγεννιάτικην εκπομπήν του νεοσυσταθέντος σταθμού της Μακρονήσου.η μετάδοσις καθ’ όλην την ημέραν υπήρξε λαμπρά από απόψεως τόσον επιλογής της μουσικής, όσον και τεχνικής αποδόσεως.
Μια συνοπτική παρουσίαση των στρατιωτικών ραδιοσταθμών βρίσκουμε στα Στρατιωτικά

Νέα στις 29 Ιανουαρίου 1950
Με πρωτοφανή για τον τόπο μας ρυθμό ιδρύθηκε ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεως (ΓΕΣ), ο Σταθμός του 781 Λόχου Γενικών Μεταφορών, ο Σταθμός της Μακρονήσου, οι Σταθμοί Λαρίσης, Τριπόλεως, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων και Καβάλας.
Στην Μακρόνησο λειτούργησε για κάποιο διάστημα και ένας παράνομος ραδιοσταθμός που αναμετέδιδε τον «Ραδιοσταθμό της Ελεύθερης Ελλάδας του Μάρκου Βαφειάδη. Η μαρτυρία είναι κάποιου αναγνώστη ονόματι Λεωνίδα Παπαμερκουρίου απευθυνόμενος στην στήλη του Ανδρέα Ρουμελιώτη στην Ελευθεροτυπία, «Εδώ Ράδιο ‘Ε’» στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
«θα δωρίσω σε ένα μουσείο που φτιάχνεται για την κατοχική Αντίσταση το μηχάνημα του παράνομου σταθμού της Μακρονήσου» συμπλήρωσε.

Ο σταθμός του Πανεπιστημίου.
Ο Δημήτρης Χόνδρος με την πολυετή ανάμειξή του στους ραδιοφωνικούς αγώνες κατέχει και το 1950 την έδρα της Φυσικής και ο Μιχάλης Αναστασιάδης γνωστός μας από την ραδιοφωνική του δράση κατά την Κατοχή και από το εναρκτήριο διοικητικό σχήμα του ΕΙΡ το1945, είναι επικεφαλής των Εργαστηρίων Ραδιοηλεκτρολογίας.
Με τις ευλογίες αυτών των δύο και φυσικά με την απόλυτη κάλυψή τους, άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1949 να λειτουργεί ο Πειραματικός ραδιοφωνικός σταθμός του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δύο συμφοιτητές ο Μίνως Ηστχάκης και ο Μανώλης Χαιρετάκης πρωτοστατούν στη δημιουργία πανεπιστημιακού σταθμού. Η εγκατάσταση έγινε στο ισόγειο (δηλαδή στο υπόγειο) του νεοκλασικού κτιρίου του Χημείου επί της οδού Σόλωνος. Την κονσόλα την έφτιαξαν μόνοι τους και με δική τους δαπάνη και ως κεραία χρησιμοποίησαν έναν ιστό που βρισκόταν στημένος στην ταράτσα του κτιρίου. Κάποιες βελτιώσεις ήταν φυσικά απαραίτητες. Ο πομπός χρησιμοποίησαν ήταν 500 βαττ της Siemens και είχε πάει στο Πανεπιστήμιο στην αρχή της Κατοχής από την Πολεμική Αεροπορια.
Την προσπάθεια του σταθμού ενίσχυσαν ο γιός του Στρατή Μυριβήλη Λάμπης και ο Φρέντυ Κοσίκ. Ο Κοσίκ φρόντισε για το σήμα του σταθμού. Απευθύνθηκε στον Μίμη Πλέσσα, τον οποίο γνώριζε και του ζήτησε να παίξει στο πιάνο τις πρώτες στροφές από τον ύμνο των φοιτητών «Γκαουντεάμους Ίγκιτουρ», που γράφτηκε σε δίσκο, και αυτό ήταν το μόνιμο σήμα που ακουγόταν με την αναγγελία « Εδώ Πειραματικός Σταθμός Ραδιοφωνικός Σταθμός Πανεπιστημίου Αθηνών»

Οι μεταδόσεις γίνονταν μία ώρα το μεσημέρι 12.00 με 1.00 μ.μ. και άλλη μία ώρα βράδυ 7.00 με 8.00 το περιεχόμενο του προγράμματος ήταν μόνο κλασική μουσική με δίσκους που δανείζονταν από την USIS ( Αμερικάνικη Υπηρεσία Πληροφοριών που στην μετεξέλιξή της έγινε η Ελληνοαμερικανική Ένωση. δεν μετέδωσε ποτέ εκπομπές λόγου. Οι καθηγητές θεωρούσαν πως το πανεπιστήμιο δεν επιτρέπεται να μεταδίδει ελαφρά τραγούδια και έτσι το πρόγραμμα έγινε αποκλειστικά κλασικό. Η εμβέλεια του σταθμού του Πανεπιστημίου που εξέπεμπε στα μεσαία κύματα, δεν ήταν μεγάλη, οι αρμόδιοι όμως είχαν σαφή δείγματα πως οι εκπομπές ακούγονταν σε αρκετή απόσταση έξω από την Αθήνα. Με την στράτευση του Ησυχάκη και του Χαιρετάκη τον Απρίλιο του 1950, ο σταθμός διέκοψε. Χωρίς δισταγμό μπορούμε να θεωρήσουμε τη φοιτητική ραδιοφωνική πρωτοβουλία προδρομική του Τρίτου Προγράμματος, που δημιουργήθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, μιας και λειτουργούσε αποκλειστικά με εκπομπές κλασικής μουσικής και έτσι προέκυψε πως υπήρχε κοινό με τέτοιες προτιμήσεις.

«Η Φωνή της Αλήθειας» και ο «Ραδιοσταθμός της ελεύθερης Ελλάδας»
Ανάμεσα στις αλλεπάλληλες ενάρξεις ραδιοσταθμών, κρατικών και στρατιωτικών, που σημειώνονται ραγδαία την τετραετία 1947 – 1951 και καλύπτουν όλο τον κορμό της χώρας, συγχρόνως με τον σταθμό της Μυτιλήνης των Χανίων και της Πάτρας, της Αμαλιάδας και της Κέρκυρα, που όλοι παρακλάδια των κεντρικών σταθμών που μεταδίδουν τα προγράμματά τους, που επιδίδονται σε ακατασίγαστη αντικομμουνιστική προπαγάνδα, το 1947 αρχίζει να εκπέμπει ο Σταθμός του Δημοκρατικού Στρατού.
Η επίσημη έναρξη του Σταθμού του Δημοκρατικού Στρατού γίνεται την Τετάρτη 16 Ιουλίου 1947. Οι πρώτες δοκιμαστικές εκπομπές επιχειρούνται από τις 4 έως τις 8 Ιουλίου και αποτελούν πειραματικές μεταδόσεις

Έκανε εκπομπή στα βραχέα και σε μήκος κύματος 40,9 μέτρων και ώρες λειτουργίας από 6.30 – 9.00 – 11.45 το πρωί και 6.00 – 8.00 – 9.00 – και 10 το βράδυ. Η έναρξη γίνεται με μία διακήρυξη του Νίκου Ζαχαριάδη.
Ο ραδιοφωνικός Σταθμός «Φωνή της Αλήθειας» είναι ο μοναδικός δίαυλος για την προώθηση και τη διάδοση των θέσεων του ΚΚΕ στην Ελλάδα.
Συνοπτικά, Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός «Ελεύθερη Ελλάδα» ιδρύθηκε το 1947 από το ΚΚΕ και λειτούργησε μέχρι το 1956. Ξαναβγήκε στα ερτζιανά το 1958 με τίτλο «Φωνή της Αλήθειας»και λειτούργησε μέχρι το 1974. Ήτανε πάντοτε ο παράνομος κομματικός ραδιοφωνικός σταθμός του παράνομου ΚΚΕ
Έλληνες κατασκευαστές ραδιοφωνικών δεκτών

Ήταν τέτοια η μανία που είχε καταλάβει πολλούς, γνώστες και μη, που γοητεύονταν από την ιδέα να κατασκευάσουν ένα ραδιοφωνικό δέκτη για να επικοινωνούν με ήχους που έρχονταν από το άπειρο, ώστε δεν γνωρίζουμε σήμερα με βεβαιότητα ποιος είναι ο πρώτος κατασκευαστής ραδιοφωνικού δέκτη. Στην πρώτη γραμμή, ωστόσο, βρισκόταν ο Κ.Ι.Πετρόπουλος, επιμελητής φυσικής του Πανεπιστημίου, που αντλούσε γνώσεις και πληροφορίες από το γαλλικό περιοδικό L’Antenne και παρουσίασε στους έκθαμβους αθηναίους το πρώτο ραδιόφωνο με τον τίτλο «Μέτρον», συνώνυμομε το κατάστημα – εργαστήρι του στην Πλατεία Αμερικής.

Στην οδό Πατησίων, απέναντι από το Μουσείο, εμφανίστηκε το πρώτο κατάστημα με βιομηχανοποιημένες ραδιοσυσκευές. Τα ραδιόφωνα ήταν της Φίλιπς ( Philips) και ο πρωτοπόρος έμπορος που το τοποθέτησε στην βιτρίνα του ήταν ο Βασίλης Καλαμπόκης. Έτσι μαζί με τους δέκτες του Μέτρον μπορούμε να λογαριάσουμε πως στην Αθήνα το 1926 θα πρέπει να λειτουργούσαν καμιά εικοσαριά συσκευές. Οπότε αρκετά ραδιόφωνα θα βρίσκονταν διαθέσιμα για να ακουστεί η ραδιοφωνική γιορτή της «Σχολής Μεγαρέως»
Ραδιόφωνα «ΕΛΒΙΡΑ». Η φίρμα Ελληνική Βιομηχανία Ραδιοφώνων προβάλει ένα προηγμένο τεχνολογικά μοντέλο της, πρωτοποριακό για την εποχή. Ραδιόφωνα άνευ κεραίας.ο Παναγιώτης Δελμούζος ιδρυτής της πρώτης βιομηχανίας ραδιοφώνων, της Ελβίρα που τροφοδοτούσε προπολεμικά την ελληνική αγορά με εγχώρια ραδιόφωνα χαμηλού κόστους, στην Κατοχή διέκοψε τις εργασίες του εργοστασίου του.

Ο ανταγωνισμός των εργοστασίων ραδιοφωνικών δεκτών δεν περιοριζόταν μόνο στις μηχανοτεχνικές εξελίξεις αλλά ο πόλεμος κλιμακωνόταν και σε ένα άλλο μέτωπο, το μέτωπο της «γραμμής». Ποιος θα παρουσιάσει την καλύτερη σχεδιαστική γραμμή, το κομψότερο, το πιο ασυνήθιστο, το πιο εντυπωσιακό μοντέλο. Από ένα σημείο και πέρα, το ραδιόφωνο δεν ήταν πια διακοσμητικό στοιχείο που στόλιζε ένα δωμάτιο και το οποίο έπρεπε να εναρμονίζεται με την επίπλωση. Απέκτησε δικό του σχήμα ανεξάρτητης χρήσης που το αξιολογούσε μόνο η πρωτοτυπία του.

Είναι βεβαιωμένο επίσημα πως από το 1928 ιδρύθηκε στον Βόλο εργαστήριο κατασκευής ραδιοφώνων με τη μάρκα «Στέντωρ», με τα οποία εφοδιάστηκαν πολλοί εραστές του ραδιοφώνου στην πόλη του Παγασητικού, και επίσης, την ίδια εποχή λειτούργησε για μικρό χρονικό διάστημα και αυτοσχέδιος σταθμός που κατά πάσα πιθανότητα είχε προλάβει τον σκαπανέα Τσιγγιρίδη στην αφετηρία.

Από το έτος 1928, σε εποχή που δεν υπήρχε ραδιοσταθμός στην Ελλάδα, ο Γιώργος Κοντογεωργίου βγήκε επαγγελματίας και άρχισε να κατασκευάζει και να πωλεί στους έκπληκτους Βολιώτες και στη περιοχή αλλά και εκτός αυτής ραδιόφωνα. Ραδιόφωνα που αρχικά λειτουργούσαν με μπαταρίες, αργότερα δε, με το ρεύμα της πόλης. Με ενιαία επιλογή σταθμών, με φωτεινούς πίνακες στα ελληνικά, με θαυμαστή μουσικότητα και ταυτόχρονα ωραιότατα έπιπλα. Η προσπάθειά του είχε ευδοκιμήσει θαυμάσια. Ίδρυσε μια μικρή βιοτεχνία κατασκευής ραδιοφώνων (καταπληκτικών και σε εμφάνιση και απόδοση) με προσωπικό που έφθασε τα επτά άτομα, τα οποία εκπαίδευσε και κατάρτισε για όσο το δυνατόν καλύτερη απόδοση.

Τόση δε ήταν η επιτυχία της βιοτεχνίας αυτής με φίρμα «Στέντωρ Ράδιο», ώστε στα 1937 η Διεθνής έκθεση Θεσσαλονίκης, έκπληκτη μπροστά στην εμφάνιση και την απόδοση των ραδιοφώνων «Στέντωρ», τα εβράβευσε με χρυσούν βραβείο, το μοναδικό που εδόθη σε τέτοιο αντικείμενο ελληνικής κατασκευής. Δυστυχώς με τον πόλεμο η βιοτεχνία αυτή τέσσερα χρόνια αργότερα θα καταστραφεί.

Δύο, λοιπόν ,οι προπολεμικές βιομηχανίες ραδιοφώνων, χωρίς να υπολογίζονται οι αυτοσχέδιες συσκευές που κατασκευάζονταν από μεμονωμένους ραδιομηχανικούς.
Ο Γεώργιος Κοντογεωργίου λειτούργησε έναν σταθμό βραχέων κυμάτων στον Βόλο για ένα μικρό χρονικό διάστημα στα βραχέα κύματα.
Στο περιοδικό Ώρες του Βόλου, το 1988 σε ένα άρθρο του Δημήτρη Κότταλη με τίτλο «το πρώτο ραδιόφωνο του Γιώργου Κοντογεωργίου» βρίσκουμε την πληροφορία πως ο πρώτος ραδιοφωνικός δέκτης κατασκευάστηκε το 1928 στο εργαστήριό του, κάτω από τη σχολή του πατέρα του, και οι Βολιώτες στέκονταν περίεργοι και έκπληκτοι ακούγοντας τους ξένους σταθμούς. Το ιστορικό της πρώτης ελληνικής βιοτεχνικής παραγωγής ραδιοφώνων μας το εξιστορεί η κόρη του.

Μια μέρα εμφανίστηκε ένας γιατρΠετσελός από την Ιστιαία της Εύβοιας αναζητώντας τον κατασκευαστή ενός αυτοσχέδιου δέκτη, που όπως είχε ακούσει ζει στον Βόλο. Ο γιατρός περιέφερε ένα ραδιόφωνο που το είχε αγοράσει στην Ευρώπη, του είχε χαλάσει και έψαχνε παντού για κάποιον που να γνωρίζει τα μυστικά της τεχνολογίας για να του το φτιάξει. Είχε πάει παντού ο άτυχος γιατρός και στην επιστροφή του με το βαπόρι από τη Θεσσαλονίκη κατέβηκε στον Βόλο και ρωτώντας βρήκε τον πατέρα μου και τον παρακάλεσε να επισκευάσει το ραδιόφωνό του. Εκείνος δέχθηκε πρόθυμα και σε τρείς μέρες παρέδωσε στον γιατρό το ραδιόφωνό του διορθωμένο. Ο γιατρός ικανοποιημένος ρώτησε τον πατέρα μου αν θα μπορούσε να κατασκευάσει ένα ραδιόφωνο για ένα φίλο του

Ο Κοντογεωργίου δέχτηκε και τα Επιστημονικά Ραδιοηλεκτρικά Εργαστήρια «Στέντωρ Ράδιο» Κ.Τ.Κοντεγεωργίου και Σία ήταν πλέον γεγονός»
Μετά από πολλές προσπάθειες του Κοντογεωργίου τον Σεπτέμβριο του 1948 άρχισε να λειτουργεί ο πρώτος δημοτικός σταθμός ισχύος ενός κιλοβάτ.
ΤΕΛΟΣ 2ΟΥ ΜΕΡΟΥΣ

Ευχαριστούμε πολύ τις Εκδόσεις Polaris Ναυαρίνου 17 Αθήνα για την άδεια που μας έδωσαν να χρησιμοποιήσουμε το υλικό από το βιβλίο του κ.Γιώργου Χατζηδάκη « Ω, άγιε αιθέρα»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΕΛΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ – ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΟΣ