Μαρτυρία Τροπαιάτη Φωτογράφου για το Πολυτεχνείο: Έζησα μία από τις πιο σπουδαίες στιγμές της σύγχρονης Ιστορίας

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016 08:43

«Νιώθω πλήρη απογοήτευση. Έπειτα από εκείνη τη μοναδική νίκη της Δημοκρατίας, οι πολιτικοί δεν μπόρεσαν να υπηρετήσουν το όραμα αυτό, στάθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Εκμεταλλεύτηκαν το Πολυτεχνείο και έφεραν τη χώρα σ’ αυτή την κατάσταση…»

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ 18ΧΡΟΝΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΚΩΣΤΑ ΝΙΤΣΟΥ , ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΟΠΑΙΑ, ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΤΡΑΥΜΑΤΙΟΦΟΡΕΑΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ



Έφτασε στην Αθήνα από τα Τρόπαια Αρκαδίας τον Ιούνιο του 1972, για να δώσει εξετάσεις στη Γυμναστική Ακαδημία. Ο Κώστας Νίτσος ουδέποτε πραγματοποίησε τα σχέδιά του, καθώς η ζωή του άλλαξε μοιραία, όπως λέει ο ίδιος, το απόγευμα της 16ης Νοέμβρη του 1973, όταν από παρατηρητής έγινε συμμέτοχος στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Με την ανοχή του προσωπικού, πήρε ένα ασθενοφόρο και έκανε διακομιδές ασθενών από και προς το Ρυθμιστικό Κέντρο διαλογής ασθενών του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου.

Γιος φωτογράφου, που του μετέδωσε το μικρόβιο, ο 18χρονος νεαρός τότε επιδίωξε να βρεθεί στο κέντρο των γεγονότων. Συνεπαρμένος από το εξεγερσιακό κλίμα των ημερών, έβγαζε φωτογραφίες, απαθανατίζοντας στιγμές «από τα πλέον συγκλονιστικά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας», όπως αναφέρει. Τα ντοκουμέντα αυτά τα πλήρωσε στη συνέχεια με άγριο ξύλο στα υπόγεια της Ασφάλειας, ξύλο που του άφησε μόνιμη βλάβη.

Το χρονικό

«Βρισκόμουν στην κεντρική είσοδο επί της οδού Πατησίων. Το τι συνέβαινε εκείνη τη μέρα μόνο αν το ζούσε, θα μπορούσε να το καταλάβει κανείς. Το βράδυ η ένταση κορυφώθηκε και περίπου κατά τις 21.00 χτυπήθηκε ο διπλανός μου από σφαίρα ελεύθερου σκοπευτή που βρισκόταν σε κάποια από τα κτήρια απέναντι από το Πολυτεχνείο. Τραυματίστηκε πάνω από το μέτωπο. Μάλιστα, επειδή του έφυγε μια τούφα από τα μαλλιά μαζί με δέρμα, αιμορραγούσε ασταμάτητα. Προς στιγμήν, τρόμαξα. Τα μεγαλειώδη γεγονότα όμως μας ξεπερνούσαν. Ετσι ξεπέρασα κι εγώ το φόβο μου. Τον πήρα αγκαλιά, μπήκαμε στο Πολυτεχνείο και ανεβήκαμε στον 1ο όροφο, σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου υπήρχαν πολλοί τραυματίες και τους δίνονταν οι πρώτες βοήθειες. Ταυτόχρονα, οι φοιτητές μέσω του ραδιοφώνου εκλιπαρούσαν για γιατρούς και ασθενοφόρα».

Εχοντας -όπως λέει- επαρχιώτικο τσαγανό και την ορμή της νιότης, αποφάσισε να δράσει. Εσπευσε στο νοσοκομείο που εφημέρευε. Οταν έφτασε στα εξωτερικά ιατρεία του Ρυθμιστικού Κέντρου, συνάντησε 5-6 οδηγούς ασθενοφόρων να κουβεντιάζουν μεταξύ τους: «Τους ικέτεψα να πάνε γρήγορα στο Πολυτεχνείο, γιατί υπάρχουν πολλοί τραυματίες. Τότε ένας οδηγός μού λέει: “Εκεί είναι το ασθενοφόρο, παρ’ το και πήγαινε”. Δεν ξέρω πού βρήκα το θάρρος, μπήκα στο όχημα και ξεκίνησα. Αφού μεταφέραμε αρκετούς τραυματίες, στο τρίτο δρομολόγιο στο προαύλιο του Ρυθμιστικού μάς περίμενε ομάδα αστυνομικών και ο επικεφαλής, δείχνοντας προς εμένα, είπε: “Αυτός είναι”.

»Ορμησαν και με χτυπούσαν με τα κλομπ με μανία. Για καλή μου τύχη περνούσε ένας γιατρός με το αυτοκίνητό του VW σιέλ χρώματος. Βλέποντας τι συνέβαινε, τους είπε: “Αμάν, ρε παιδιά, τον σκοτώσατε τον άνθρωπο”. Με πήρε από τα χέρια τους μισοαναίσθητο και με μετέφερε σε μία άλλη κλινική κοντά στο Πεδίον του Αρεως. Εκεί δέχθηκα τις πρώτες βοήθειες κι ενώ θέλησαν να με κρατήσουν για περαιτέρω εξετάσεις, εγώ, ακούγοντας τα μεγάφωνα του Πολυτεχνείου και τις ερπύστριες των τανκς, έφυγα, αδιαφορώντας για την κατάσταση της υγείας μου».

Πολύ ξύλο

Εφτασε την ώρα που το τανκ έσπαζε την πόρτα. Κυνηγημένος από τους αστυνομικούς, συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Ασφάλεια: «Μπαίνοντας, υπήρχαν σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο υπόγειο. Σε κάθε σκαλοπάτι στέκονταν δυο αστυνομικοί κι ενώ μας κατέβαζαν προς το υπόγειο, το ξύλο έπεφτε ασταμάτητα. Με ανέβασαν τελικά στον πέμπτο όροφο και με έβαλαν μόνο μου σε κάποιο κελί. Υπήρχαν αστυνομικοί στο διάδρομο και κάπου κάπου έμπαινε κάποιος από αυτούς και με χτυπούσε με κλοτσιές σε όλο μου το σώμα. Κάποια στιγμή και αφού πονούσα αφάνταστα, ζήτησα να πάω τουαλέτα, αλλά αρνήθηκαν να με πάνε. Τότε άρχισα να χτυπάω την πόρτα και να ουρλιάζω, μη αντέχοντας άλλο, οπότε κάποιος αστυνομικός αποφάσισε να με πάει και η λεκάνη, αντί για ούρα, γέμισε αίμα».

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε με περιπολικό στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο και έγινε εισαγωγή του. Το πρωί φυγαδεύτηκε από τους νοσοκόμους, στον «Ερυθρό Σταυρό» χωρίς να γίνει εισαγωγή, αφού γινόταν παντού έλεγχος σε όλους τους τραυματίες. «Εμεινα άλλες δέκα μέρες και οι γιατροί, μαθαίνοντας για την περίπτωσή μου, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον. Πήρα εξιτήριο με αιτιολογία “Αιματουρία συνεπεία κακώσεως κατά της αριστερής νεφρικής χώρας”».

Η βλάβη για τον κ. Νίτσο ήταν μη αναστρέψιμη: «Δεν μετανιώνω. Υπήρξα κοινωνός μιας από τις πιο σπουδαίες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας». Δεν διεκδίκησε ποτέ ανταμοιβή ή εύσημα από την ελληνική πολιτεία. Αισθάνεται όμως πικραμένος, που δεν του παραδόθη αντίγραφο ενός μικρού ντοκουμέντου, που θα αποτελούσε για τον ίδιο «πολύτιμο ενθύμιο».

«Το 2011, φίλος μου γιατρός ανακάλυψε στο Γενικό Κρατικό και συγκεκριμένα στο γραφείο της διοίκησης ότι υπάρχει το βιβλίο καταγραφής εισαγωγών που έγιναν τη 17η/11/1973, εν είδει πια κειμηλίου. Στον αριθμό 37 είναι καταγεγραμμένη η περίπτωσή μου. Το όνομά μου, το επίθετό μου και όλα τα λοιπά στοιχεία. Παρακάλεσα τότε το διοικητή για ένα αντίγραφο. Οσο και αν παρακάλεσα, δεν βρήκα καμία ανταπόκριση».

«Πέραν τούτου, όμως, το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο δημοσιογραφικής έρευνας, καθώς είναι συγκεντρωμένοι εκατοντάδες ανώνυμοι πολίτες που έβαλαν κι αυτή ένα λιθαράκι σ’ αυτό που λέμε σήμερα εξέγερση του Πολυτεχνείου. Και ίσως ακόμη θα ήταν μια ευκαιρία να συναντηθούμε όλοι εμείς οι άγνωστοι και να προβληματισμούμε πώς από εκείνες τις μεγαλειώδεις στιγμές φτάσαμε στο θλιβερό σήμερα».

Για το «σήμερα», ο κ. Νίτσος δηλώνει στην «Κ.Ε.»: «Νιώθω πλήρη απογοήτευση. Επειτα από εκείνη τη μοναδική νίκη της Δημοκρατίας, οι πολιτικοί δεν μπόρεσαν να υπηρετήσουν το όραμα αυτό, στάθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Εκμεταλλεύτηκαν το Πολυτεχνείο και έφεραν τη χώρα σ’ αυτή την κατάσταση…».

πηγή: enet.gr