Πώς περάσαμε από τον «πρωτο–φασισμό» στον εμπεδωμένο φασισμό

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2020 17:47
Φωτο: iefimerida.gr

της Ελένης Φλωριανού

«Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους μεθοδικά και συστηματικά φρόντισαν να ξεριζώσουν από μέσα μας κάθε ανθρωπιστική αξία, κάθε ίχνος αλληλεγγύης και κυρίως κάθε ορθολογιστική προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου με την συνακόλουθη καλλιέργεια της κριτικής σκέψης -γιατί η κριτική σκέψη είναι όπλο αμφισβήτησης και ανατροπής και ως εκ τούτου επικίνδυνη»



Ο μεγάλος στοχαστής Ουμπέρτο Έκο δημοσίευσε το 1995 στο New York Review of Books μία σύντομη πραγματεία για τις απαρχές του πρωτοφασισμού αναφερόμενος όχι τόσο στην ιστορικότητα της έννοιας του φασισμού όσο στην διαχρονικότητά της. Παρακολουθώντας, αποσβολωμένοι, νησιώτες να σπρώχνουν βίαια στην θάλασσα παιδιά και εγκύους ουρλιάζοντας «δρόμο, χαθείτε, δεν σας πηδήξαμε εμείς!», διαβάζοντας την συνέντευξη ενός εθνοφύλακα στην συνοριακή γραμμή του Έβρου, που ταυτίζει τον εαυτό του με τους αγωνιστές του έπους του 40 και βουρκώνει με ρίγη πατριωτικής συγκίνησης για τον αγώνα του «υπέρ πατρίου εδάφους», ενώ κάτοικοι της περιοχής σπεύδουν να εφοδιάσουν με νερά όχι πλέον τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες αλλά τις δυνάμεις καταστολής, διαβάζοντας σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα τύπου «ρίξτε μια σφαίρα στο μούλικο (σημ. σε ένα νήπιο που κλαίει με λυγμούς μέσα στα καπνογόνα του Έβρου), δεν βλέπει ότι το ουρλιαχτό του ενοχλεί την πατρίδα μου;» δεν μπορεί παρά να καταλήγουμε στην θλιβερή διαπίστωση πως ως κοινωνία ξεπεράσαμε πλέον τα αρχικά στάδια του πρωτοφασισμού και οδεύουμε με καταστροφική ταχύτητα στην ολοκληρωτική εμπέδωση και εφαρμογή του.

Πώς αφήσαμε να συμβεί αυτός ο εκφασισμός;

Οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους μεθοδικά και συστηματικά φρόντισαν να ξεριζώσουν από μέσα μας κάθε ανθρωπιστική αξία, κάθε ίχνος αλληλεγγύης και κυρίως κάθε ορθολογιστική προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου με την συνακόλουθη καλλιέργεια της κριτικής σκέψης -γιατί η κριτική σκέψη είναι όπλο αμφισβήτησης και ανατροπής και ως εκ τούτου επικίνδυνη.

Τα προηγούμενα χρόνια βιώναμε ένα σταδιακό μπόλιασμα της σκέψης από όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που δομούν τον πρωτοφασισμό: Η παραδοσιαρχία, η άκριτη και δουλική λατρεία της παράδοσης, που γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό, και έβγαινε στο προσκήνιο στην διάρκεια κάθε αυταρχικής και φασιστικής διακυβέρνησης, είναι το πρώτο αναγκαίο συστατικό(αρκεί να θυμηθούμε την παρωδία αναβίωσης αρχαίων ελληνικών αγώνων και τελετών από την ΕΟΝ του Μεταξά, την αρχαιογνωσία των ναζιστών, τον εναγκαλισμό των δημοτικών τραγουδιών και χορών στην διάρκεια της επταετίας, την αρχαιολατρία της Χρυσής Αυγής -που δεν συνοδεύεται βέβαια από την αντίστοιχη, ολιστική γνώση της κλασικής αρχαιότητας). Και για να μην παρεξηγηθούμε: δεν είμαστε προοδόπληκτοι και αρνητές κάθε παραδοσιακού στοιχείου -ωστόσο επιζητούμε μια δημιουργική αξιοποίηση της παράδοσης, που θα λειτουργήσει ως εφαλτήριο για νέα δημιουργία με ταυτόχρονη απόρριψη όλων των παρωχημένων ή κοινωνικά επικίνδυνων στοιχείων της.

Η παραδοσιαρχία, που καλλιεργήθηκε συστηματικά από το σχολείο, τον στρατό, την εκκλησία, μπλοκάρει τόσο την πρόοδο του στοχασμού και της γνώσης, κρατώντας τα αγκυλωμένα σε τυποποιημένες και παρωχημένες ατραπούς, όσο και την δημιουργική δράση, αφού αντιτίθεται σε οτιδήποτε νεωτερικό και πρωτοποριακό. Και βέβαια, η παραδοσιαρχία συνοδεύεται από μια σκόπιμα συγκεχυμένη συγκρητική προσέγγιση των ανθρώπινων διανοημάτων και πράξεων, ακόμα κι αν μεταξύ τους είναι εντελώς ετερόκλητα ή και αντιφατικά: Λίγος Πλάτωνας, λίγος Αριστοτέλης, λίγος Λεωνίδας με τους 300, λίγος Μέγας Αλέξανδρος, λίγος χριστιανισμός, λίγο ήρωες του 21, λίγο τσάμικο, λίγο μακεδονομάχοι, λίγο κούλουμα και καρναβάλια, κάπως έτσι πλάθεται ένα συγκεχυμένο, ιδεατό πρότυπο μιας απαράμιλλης και ανυπέρβλητης παράδοσης που πρέπει να διατηρήσουμε ζωντανή με κάθε κόστος -γιατί αυτή προσφέρει τα ερείσματα στην αίσθηση της μοναδικότητας και ανωτερότητάς μας έναντι σε όλους τους άλλους -τους… υποδεέστερους- πολιτισμούς.

Σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, σε περιόδους ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας και των δημόσιων αγαθών, σε περιόδους ανεργίας, ανέχειας και κοινωνικού κανιβαλισμού, σε περιόδους που το «εθνικό» αντικαθίσταται από το πιο ισχυρό ξένο κεφάλαιο, έρχεται η παραδοσιαρχία να παίξει τον ρόλο της: μπορεί να πληρώνεις τέλη ελλιμενισμού στους κινέζους, τέλη αεροδρομίου στους Γερμανούς, φόρο διαμονής στην γερμανική πολυεθνική που κατέχει το ελληνικό τουριστικό θέρετρο που θα πας για διακοπές, μπορεί να σε κυβερνούσε η τρόικα, μπορεί να σου κόψαν μισθούς, συντάξεις, περίθαλψη, αλλά εσύ έχεις κάθε λόγο να μην νιώθεις πουλημένος, εξαπατημένος, εξοργισμένος- είσαι φορέας μιας ένδοξης παράδοσης κι αυτό αυτόματα επιβεβαιώνει την κυριαρχία και την ανωτερότητά σου.

Μόνο που για να επιδείξεις αυτή σου την ανωτερότητα και να αποφύγεις την ατομική και εθνική ταπείνωση, το σύστημα θα πρέπει κάθε φορά να κατασκευάσει και τον ιδεατό-«άλλον», τον αιώνιο εχθρό σου. Όχι, ο «άλλος» από τον οποίο κινδυνεύεις δεν είναι οι πολυεθνικές, δεν είναι οι πολιτικοί, δεν είναι οι κεφαλαιούχοι, δεν είναι η ίδια η φύση του καπιταλιστικού συστήματος. Κοιμού εν ειρήνη! Μπορεί κοινωνικά να είσαι και πιο κάτω από τους πληβείους, όμως η ανωτερότητα του παρελθόντος σου σε κατατάσσει αυτόματα στην προνομιούχα θέση των πατρικίων.

Δεν υπάρχουν όμως πατρίκιοι χωρίς πληβείους και –δόξα τω θεώ- ο κόσμος είναι γεμάτος από τέτοιους. Είναι ο τεμπέλης και άχρηστος δημόσιος υπάλληλος, εναντίον του οποίου θα στρέψεις την οργή σου, γιατί ακόμα παίρνει κάτι παραπάνω ψίχουλα από εσένα, είναι οι αγρότες και οι λιμενεργάτες που διαμαρτύρονται κλείνοντας τους δρόμους και σε ταλαιπωρούν, είναι οι μετανάστες που σου παίρνουν τις δουλειές, είναι οι πρόσφυγες που απειλούν την εθνική σου καθαρότητα και την θρησκευτική σου ταυτότητα.

Πάντοτε το σύστημα με την αρωγή φυσικά των φερέφωνών του, των ΜΜΕ αλλά και πολλών εκ της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, θα σου υποδεικνύει ποιος είναι πιο κάτω από σένα στην πυραμίδα, για να κατευθύνει εκεί εντέχνως την οργή σου. Και τώρα που οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι γεννούν καραβάνια προσφύγων, που είναι αλλοεθνείς και αλλόδοξοι, τι πιο βολικό να σου θυμίσουν πως η ταυτότητα του έθνους διαμορφώνεται μέσα από τους εχθρούς του, μέσα από το διαφορετικό έθνος, την διαφορετική θρησκεία, την διαφορετική γλώσσα; Μέσα από τους «εισβολείς» κάθε είδους;

Ολοκληρώθηκαν λοιπόν τα δύο πρώτα βασικά βήματα: αισθάνεσαι περήφανος που γεννήθηκες Έλληνας, αισθάνεσαι το χρέος της παράδοσης να σου βαραίνει τους ώμους, είσαι κοινωνικά και οικονομικά εξαθλιωμένος αλλά έχεις πειστεί για το ποιος ευθύνεται για την κατάντια σου, τώρα τι άλλο μένει; Να σου ξυπνήσουν τα πιο άγρια, τα πιο σκοτεινά και ζωώδη ένστικτά σου και να αρχίζεις να πετροβολάς τον εχθρό. Να αρχίσεις να τσακίζεις κεφάλια λίγο πιο σκούρα από το δικό σου. Γιατί πλέον έχεις εμπεδώσει την προπαγάνδα πως τα διαφορετικά κεφάλια δεν είναι απλά διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά μόνο πολλοί και διαφορετικοί εχθροί, που απειλούν την δική σου υπόσταση και ταυτότητα. Εδώ όμως υπάρχει ένα εμπόδιο, που ονομάζεται «ανθρωπιά».

Αυτό το αγκάθι που πάντα έφραζε τον δρόμο στους πατρίκιους και στους στρατηλάτες αυτού του κόσμου. Ακόμα κι αν έχουν κονιορτοποιήσει την σκέψη σου με χιλιάδες ώρες τηλεοπτικών κυβερνολύκων που αλυχτούν ενάντια στους ξένους εισβολείς, ακόμα κι αν τόσα χρόνια σχολικής εκπαίδευσης σε έκαναν να μην ξέρεις τίποτα από ορθολογισμό, κριτική σκέψη και ιστορικό παρελθόν -γιατί αυτό ακριβώς ήταν και ο στόχος- ακόμα και τότε, μια μικρή φωνή μέσα σου διαμαρτύρεται και σε κάνει να στέλνεις τα παλιά σου ρούχα και δυο κουτιά γάλα στους πρόσφυγες.

Αυτή η φωνή της ανταρσίας μπορεί να πνιγεί με δύο τρόπους: ο ένας είναι ο φόβος. Ο φόβος ενός φονικού ιού που έρχεται από ξένες χώρες, ο φόβος ενός επικείμενου πολέμου, ο φόβος της χρεοκοπίας, ο φόβος της κυριαρχίας του μουσουλμανικού στοιχείου στην χώρα σου, ο φόβος πως ο ασφαλής κόσμος που γνώριζες γκρεμίζεται και θα θαφτείς για πάντα κάτω από τα ερείπιά του. Ο φόβος της επιβίωσης. Μπροστά σε αυτόν τον κατασκευασμένο φόβο, υπάρχει ο κίνδυνος να δειλιάσεις, αντί να ανδρωθείς και να ορμήσεις -ως πρέπει- με τα πιο φονικά σου ένστικτα εναντίον του εχθρού. Τότε ενεργοποιείται εκείνη η παραδοσιαρχία που λέγαμε, και ειδικά ένα της στοιχείο: η αγάπη για τους ήρωες. «Για την πρωτοφασιστική κοινωνία ο ηρωισμός είναι κανόνας» επισημαίνει ο Έκο. Για τα επόμενα όμως στάδια του φασισμού, ο «ηρωισμός» γίνεται δυστυχώς πράξη. Και τότε βρίσκεσαι σε κάποιο λιμάνι να σπρώχνεις και να βρίζεις χυδαία γυναικόπαιδα και εγκύους, να γρονθοκοπείς με λύσσα και να λιντσάρεις όσους ακόμα λειτουργούν με την φωνή της λογικής και της ανθρωπιάς (γιατί ίσως υποσυνείδητα σου θυμίζουν πώς όφειλες να είσαι ως άνθρωπος –να πω και «χριστιανός» ή δεν θα σε αγγίξει;)

Τότε βρίσκεσαι στα σύνορα να πετάς δακρυγόνα σε νήπια που κλαίνε γοερά και να στρέφεις την κάνη σου σε τρομαγμένα μάτια γυναικών και εφήβων. Και να βουρκώνεις όχι από το δράμα τους -αφού οι συγκυρίες το έφεραν να προστρέξουν ικέτες σε σένα- αλλά από τα ρίγη εθνικής περηφάνιας που νιώθεις, από αυτό το αρχέγονο κύμα ηρωισμού που σε κατακλύζει, σχεδόν είσαι έτοιμος να φωνάξεις «Αέρα» -κι ας μην έχει χιόνι γύρω σου, παρά μόνο μέσα σου. Τότε πλέον δεν είσαι στην φάση του πρωτοφασισμού αλλά έχεις διαβεί το κατώφλι του φασισμού.

Κι ο γυρισμός από εκεί είναι συνήθως πολύ δύσκολος.

Πηγή: artinews.gr