Πόσο ελκυστική είναι η Ελλάδα για Ξένες Άμεσες Επενδύσεις;

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2021 21:08

Του Παναγιώτη Λιαργκόβα (*)
Πριν από 14 χρόνια παρουσίαζα στην Αθήνα το βιβλίο μου με τίτλο «Ξένες άμεσες επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα. Η εμπειρία της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών» Το βιβλίο αυτό καταπιανόταν με δύο από τα βασικότερα και μακροχρονιότερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας: τα χαμηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας και Ξένων Άμεσων Επενδύσεων. Στη μελέτη αυτή υποστήριζα ότι τα δύο παραπάνω προβλήματα είναι αλληλένδετα: το ένα ασκεί επιδράσεις στο άλλο. Σήμερα, παρά τα προβλήματα της τελευταίας διετίας- η εικόνα της χώρας μας είναι εντελώς αντίθετη: η ανταγωνιστικότητα έχει βελτιωθεί και η Ελλάδα έχει γίνει μία από τις ελκυστικότερες χώρες της Ευρώπης στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Με βάση τα στοιχεία που εκδίδει σε ετήσια βάση το Institute for Management Development (IMD), η κατάταξη της Ελλάδας στον διεθνή δείκτη ανταγωνιστικότητας βελτιώθηκε την διετία 2019-2 κατά 12 θέσεις.

Η Ελλάδα κατατάσσεται το 2021 στην 46η θέση, από την 49η θέση το 2020 και την 58η θέση το 2019. Στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, η βελτίωση είναι θεαματική. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται για το 2021 μεταξύ των 10 ελκυστικότερων ευρωπαϊκών χωρών για επενδύσεις, καθώς το 2020 «ανέβηκε» στην 23η θέση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές οικονομίες ως προς τον αριθμό των άμεσων ξένων επενδύσεων που προσέλκυσε, από την 29η θέση το 2019. Όπως διαπίστωσε η τρίτη κατά σειρά έρευνα της ΕΥ Ελλάδος, EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2021,  το 71% των επενδυτών θεωρούν ότι η Ελλάδα ακολουθεί σήμερα μια πολιτική για τις επενδύσεις, η οποία την καθιστά ελκυστική. Το 62% εκτιμούν ότι η εικόνα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού, έχει βελτιωθεί τον τελευταίο χρόνο, και το 75% ότι θα βελτιωθεί περαιτέρω την επόμενη τριετία. Στο πλαίσιο αυτό, μια στις τρεις επιχειρήσεις (34%) σχεδιάζει να επενδύσει στην Ελλάδα τη χρονιά που έρχεται. Τα ερωτήματα είναι εύλογα: τι άλλαξε στην Ελλάδα και βελτιώνεται η θέση της τόσο στην ανταγωνιστικότητα όσο και στο χάρτη των ξένων επενδύσεων; Γίναμε ξαφνικά μια ελκυστική χώρα για τους επενδυτές;



Όπως αντιλαμβάνεστε, δεν υπάρχει μία μοναδική απάντηση στα ερωτήματα αυτά. Η ελκυστικότητα των επενδύσεων σε μια χώρα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως το μέγεθος της αγοράς, η φορολογία, η ασφάλεια, η διαφάνεια και η έλλειψη διαφθοράς, η προστασία των δικαιωμάτων των επενδυτών και της ιδιοκτησίας και το κόστος και η ποιότητα της εργασίας. Όλοι αυτοί οι παράγοντες λειτουργούν συνδυαστικά και κανένας από μόνος του δεν είναι ικανός να προσελκύσει επενδύσεις χωρίς την παρουσία των υπολοίπων. Αυτός άλλωστε είναι και λόγος που δεν ήρθαν επενδύσεις στη χώρα μας επειδή μειώθηκε το εργατικό κόστος, όταν οι υπόλοιποι παράγοντες παρέμεναν αρνητικοί.

Η Ελλάδα γενικά έχει μικρό μέγεθος αγοράς, λόγω πληθυσμού και έκτασης. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Μπορεί όμως να αλλάξει ο βαθμός εξωστρέφειας της χώρας μας. Με τη σειρά τους, οι αυξημένες εξαγωγές δημιουργούν την αίσθηση του μεγαλύτερου μεγέθους αγοράς. Οι αλλαγές που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια είναι σημαντικές.   Ο λόγος εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών προς ΑΕΠ – αυξήθηκε από 19% το 2009, σε 38% το 2018. Σε επιβεβαίωση των τάσεων αυτών είναι και το γεγονός ότι, παρά την πανδημία, η Ελλάδα ήταν από τις λίγες οικονομίες της ΕΕ που εμφάνισαν αύξηση των εξαγωγών αγαθών σε πραγματικούς όρους το έτος 2020. Η αύξηση αυτή ανήλθε στο 4,3%, τοποθετώντας τη χώρα στην τρίτη καλύτερη θέση στην ΕΕ (μετά την Ιρλανδία και την Λετονία) από πλευράς της συγκεκριμένης επίδοσης. Στην Ελλάδα οι επιπτώσεις της πανδημίας στις εξαγωγές εκδηλώθηκαν στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, με ένα σχετικά ήπιο αρνητικό ρυθμό μεταβολής, ενώ στο τρίτο και ακόμα περισσότερο στο τέταρτο τρίμηνο του έτους η χώρα σημείωσε σημαντική ανάκαμψη των εξαγωγών. Αντίθετα η ΕΕ εμφάνισε κατά μέσο όρο πτώση των εξαγωγών αγαθών ήδη από το πρώτο τρίμηνο, με την κατάσταση να επιδεινώνεται ραγδαία στο δεύτερο τρίμηνο, και κάποια πρώτα οριακής ανάκαμψης σημάδια να εμφανίζονται προς το τέλος του έτους. Η αλήθεια είναι ότι οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών έχουν αναδειχθεί εδώ και μία δεκαετία ως η συνιστώσα εκείνη της ζήτησης που εμφανίζει τις ισχυρότερες αντοχές και την ευνοϊκότερη εξέλιξη σε περιόδους που κυριαρχούνται από αντίξοες συνθήκες. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι εξαγωγές αγαθών της Ελλάδας παρουσίασαν σημαντικούς και σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, συμβάλλοντας στη συγκράτηση της μείωσης του ΑΕΠ και την εξισορρόπηση των εξωτερικών λογαριασμών.

Αναφορικά με τους φορολογικούς συντελεστές, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε μια σταθερή κλιμάκωση προς τα κάτω, όπως για παράδειγμα στη φορολογία των επιχειρήσεων και τον ΕΝΦΙΑ. Η πανδημία μπορεί να επιβράδυνε κάπως το σχεδιασμό της κυβέρνησης, ωστόσο, η τάση είναι ξεκάθαρη. Έχουμε βέβαια πολλά περιθώρια για περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης καθότι οι φορολογικοί συντελεστές εξακολουθούν να είναι υψηλοί σε σχέση με άλλες χώρες. Για παράδειγμα, η Ιρλανδία της οποίας το απόθεμα ΑΞΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ υπερβαίνει το 260%, έχει φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων (εγχώριων και ξένων) 12,5%, πολύ χαμηλότερο από τον αντίστοιχο της χώρας μας.

Άλλος βασικός παράγοντας είναι οι μεταρρυθμίσεις. Το τελευταίο διάστημα σημειώθηκε σημαντική πρόοδος  αναφορικά με την βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα και της αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ σε εξέλιξη είναι η προσπάθεια ταχύτερης απονομής της δικαιοσύνης και διευθέτησης των δικαιωμάτων χρήσης γης.
Πέρα από τους παραπάνω παράγοντες το επιχειρηματικό περιβάλλον είναι πλέον φιλικότερο. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και από την έξαρση διαφόρων επιχειρηματικών συμφωνιών όπως η εξαγορά της Chipita από τον πολυεθνικό κολοσσό της Mondelēz International (πρώην Kraft) ή η επιτυχημένη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Πειραιώς της οποίας το 70% καλύφθηκε από το εξωτερικό. Ουσιαστικά, αυτό που παρατηρείται είναι ότι τα επενδυτικά κεφάλαια αναζητούν μια θέση στην ελληνική αγορά, ακριβώς γιατί βλέπουν ότι το επόμενο διάστημα προβλέπεται πολύ θετικό.

Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος ευνοείται από την ενίσχυση της ασφάλειας και τη μείωση του πολιτικού και οικονομικού κινδύνου της χώρας. Η Ελλάδα, ως μέλος, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και άλλων παγκόσμιων οργανισμών, διασφαλίζει την αναγνώριση της από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα. Έχει εξασφαλίσει την βιωσιμότητα του χρέους και κανείς πλέον δεν συζητά το ενεχόμενο εξόδου από την Ευρωζώνη.

(*) Ο Παναγιώτης Λιαργκόβας, είναι Πρόεδρος του ΚΕΠΕ, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου 

ΑΠΕ-ΜΠΕ