Το Εργατικό Κέντρο Αρκαδίας για την απολιγνιτοποίηση και το Εδαφικό Σχέδιο Δίκαιης Μετάβασης

Πέμπτη, 18 Μαρτίου 2021 16:50

ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΛΙΓΝΙΤΟΠΟΙΗΣΗ & ΤΟ ΕΔΑΦΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΚΑΙΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ

(Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΑΡΚΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗΣ)



 

Ι. ΠΛΑΙΣΙΟ & ΟΡΙΣΜΟΙ

 

  • ΑΠΟΛΙΓΝΙΤΟΠΟΙΗΣΗ: Η παύση χρήσης του λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

 

  • ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ: Ως κλιματική αλλαγή ορίζεται η διαφοροποίηση που παρατηρείται στο κλίμα και οι μεταβολές στην παγκόσμια ατμοσφαιρική σύσταση ως συνέπεια των άμεσων ή έμμεσων ανθρώπινων δραστηριοτήτων (Σύμβαση- Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Μεταβολές (UNFCC). Η κλιματική αλλαγή που δεν μπορεί να ερμηνευθεί στη βάση των κυκλικών μεταβολών της θερμοκρασίας του πλανήτη (κλιματική μεταβλητότητα) έχει τις αιτίες της στην αύξηση της συγκέντρωσης διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, αρχής γενομένης από τη βιομηχανική επανάσταση. Η έννοια της ανθρωπογενούς δραστηριότητας περισσότερο αποκλείει αιτίες που σχετίζονται με τη φύση, παρά ερμηνεύει αφού από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης όλες οι χώρες δεν μοιράζονται την ίδια ευθύνη για την αύξηση των εκπομπών αερίων, μεταξύ των οποίων και του διοξειδίου του άνθρακα, που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

 

  • ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: Η κοινά αποδεκτή και ευρέως αναγνωρισμένη αποτυχία των μέτρων που εφαρμόστηκαν προκειμένου να εξασφαλίσουν, όχι την επίτευξη, αλλά ακόμη και την προσέγγιση των στόχων συγκράτησης της θερμοκρασίας οδήγησε το 2019, πρώτα στις ΗΠΑ και ακολούθως στην Ευρώπη, στο χαρακτηρισμό της κλιματικής αστάθειας ως «κλιματικής κρίσης».

 

  • ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ: Ανακοινώθηκε το 2019 και αποτελεί τη νέα αναπτυξιακή στρατηγική της Ε.Ε., η οποία αποσκοπεί στο μετασχηματισμό της σε μια δίκαιη και ευημερούσα κοινωνία που θα διαθέτει μια σύγχρονη, ανταγωνιστική και αποδοτική οικονομία ως προς τη χρήση πόρων. Στόχος έως το 2050 να έχουν μηδενιστεί οι καθαρές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, δηλαδή η μετατροπή της Ευρώπης σε μια κλιματικά ουδέτερη ήπειρο στην οποία θα προστατεύονται το περιβάλλον και η υγεία των πολιτών ενώ η οικονομική ανάπτυξη θα έχει πλήρως αποσυνδεθεί από τη χρήση αυτών των πόρων. Στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία τίθεται ο στόχος της απανθρακοποίησης (στις θερμοηλεκτρικές μονάδες της Ε.Ε. χρησιμοποιείται κυρίως άνθρακας και όχι λιγνίτης) και απολιγνιτοποίησης χωρίς απόλυτα δεσμευτικές ημερομηνίες και χρονοδιαγράμματα.

Αξίζει να σημειωθεί πως κατά τη διάρκεια διαβούλευσης και διαπραγμάτευσης μεταξύ των κρατών-μελών για τη Ευρωπαϊκή Συμφωνία Πλαίσιο καταγράφηκαν ισχυρές αντιδράσεις. Πολωνία και Τσεχία αρνήθηκαν να υπογράψουν Κείμενο για την κλιματική ουδετερότητα της Ε.Ε. έως το 2050. Τη στάση τους αυτή υποστήριξε η Ουγγαρία. Ταυτόχρονα, η Πολωνία (το 80% της ενέργειάς της αντλείται από τον άνθρακα) άσκησε βέτο σε πρόταση της Επιτροπής για μηδενικές εκπομπές έως το 2050  που απαιτούσε ομοφωνία και υποστηρίχθηκε από Ουγγαρία, Τσεχία και Εσθονία.

 

  • «ΒΙΩΣΙΜΗ ΕΥΡΩΠΗ»: Είναι το επενδυτικό σχέδιο – επενδυτικός πυλώνας της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Η επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας για το κλίμα και την ενέργεια προϋποθέτει και απαιτεί σημαντικές επενδυτικές πρωτοβουλίες σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Οι επενδύσεις αυτές έχουν αποτιμηθεί σε 260 δις € ετησίως έως το 2030 ενώ προβλέπονται και πρόσθετες επενδύσεις ευρύτερων περιβαλλοντικών και κοινωνικών στόχων (Η ετήσια έκδοση πράσινων ομολόγων έχει τριπλασιαστεί από το 2016 και ανήλθε, σύμφωνα με τις πρόσφατες εκτιμήσεις, σε 225 δις € το 2019). Το εν λόγω επενδυτικό σχέδιο θα κινητοποιήσει μέσω του Προϋπολογισμού της Ε.Ε. και των συναφών μέσων τουλάχιστον 1 τρις € ιδιωτικών και δημόσιων βιώσιμων επενδύσεων κατά την προσεχή δεκαετία. Στόχος του πλαισίου αυτού θα είναι οι επενδύσεις στους τομείς του κλίματος και του περιβάλλοντος, καθώς και οι κοινωνικές επενδύσεις στον βαθμό που συνδέονται με τη βιώσιμη μετάβαση ενώ θα καλύπτει 3 διαστάσεις:
  • Κινητοποίηση επενδύσεων ύψους 1 τρις € με επίκεντρο. Ειδικότερα: α) διάθεση δαπανών από Προϋπολογισμό της Ε.Ε. για κλίμα και περιβάλλον (τουλάχιστον 25% του Προϋπολογισμού της Ε.Ε. θα συμβάλλει σε σχετικές επενδύσεις, β) προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης μέσω εγγυήσεων (εγγύηση του InvestEU για ελαχιστοποίηση των κινδύνων για βιώσιμες ιδιωτικές επενδύσεις), γ) υποστήριξη της Δίκαιης Μετάβασης με πραγματοποίηση δημόσιων επενδύσεων μέσω του Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης, στις Περιφέρειες που πλήττονται περισσότερο ( Η Ευρωπαϊκή τράπεζα Επενδύσεων ως κλιματική τράπεζα).
  • Δημιουργία υποστηρικτικού για ιδιώτες επενδυτές και δημόσιο τομέα.
  • Εξατομικευμένη στήριξη σε δημόσιες διοικήσεις και φορείς υλοποίησης έργων κατά τον προσδιορισμό, τη διάρθρωση και την εκτέλεση βιώσιμων έργων.

 

  • ΔΙΚΑΙΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ: Η δέσμευση για σχεδιασμό και υλοποίηση πολιτικών στήριξης των πολιτών, των εργαζομένων, των επιχειρήσεων, καθώς και των ευρύτερων περιοχών που πλήττονται από το μέτρα και τους μετασχηματισμούς για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η λήψη μέριμνας, δηλαδή, για τη στήριξη κλάδων, εργαζομένων και περιοχών που θα έρθουν αντιμέτωποι με τις μεγαλύτερες προκλήσεις.

Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύνολο μέτρων με στόχο τον δραστικό περιορισμό ή ακόμη και την εξάλειψη των αρνητικών επιπτώσεων του τερματισμού της παραγωγής ενέργειας στοχεύοντας στις πληττόμενες περιφέρειες.

Τα μέτρα της «δίκαιης μετάβασης εξειδικεύθηκαν διακριτό Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βάσει του οποίου «υποδομές άνθρακα υπάρχουν σε 108 ευρωπαϊκές περιφέρειες, σχεδόν 237.000 άτομα απασχολούνται σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τον άνθρακα, σχεδόν 10.000 άτομα απασχολούνται σε δραστηριότητες εξόρυξης τύρφης και περίπου 6.000 άτομα στον κλάδο παραγωγής πετρελαιούχου σχιστόλιθου».

Το Ταμείο θα επικεντρωθεί:

  • στην οικονομική διαφοροποίηση των εδαφών που επηρεάζονται περισσότερο από την κλιματική μετάβαση,
  • στην απόκτηση νέων δεξιοτήτων και την ενεργό ένταξη των εργαζομένων και των ατόμων που αναζητούν εργασία στα εν λόγω εδάφη.

Από τον ίδιο Κανονισμό δίνονται σαφείς οδηγίες στα κράτη μέλη για την εκπόνηση εθνικών σχεδίων «δίκαιης μετάβασης». Οι συνολικοί του πόροι θα ανέλθουν σε 104,59 δις €. Το ποσό που θα λάβει κάθε χώρα αποφασίσθηκε στη βάση ενός δαιδαλώδους μεν αλλά συνηθισμένου για τα ευρωπαϊκά δεδομένα υπολογισμού που έλαβε υπ’ όψη του: α) τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου βιομηχανικών εγκαταστάσεων σε περιφέρειες επιπέδου NUTS2 (στάθμιση 49%), β) την απασχόληση στον κλάδο εξόρυξης άνθρακα και λιγνίτη (25%), την απασχόληση στη βιομηχανία στις περιφέρειες (στάθμιση 25%), γ) την παραγωγή τύρφης (στάθμιση 0,95%), δ) την παραγωγή πετρελαιούχου σχιστόλιθου (0,05%) κι άλλους παράγοντες. Προηγήθηκε ωστόσο η πολιτική διαπραγμάτευση για το ύψος των κονδυλίων που θα λάβει κάθε χώρα. Στην Ελλάδα αναλογεί το 3,92% των συνολικών κονδυλίων.

Από το συνολικό ποσό των 104,59 δις €, τα 7,5 δις € είναι νέοι πόροι (τα υπόλοιπα αποτελούν ανακατανομή κονδυλίων) και στην χώρα μας αντιστοιχούν 294 εκ.€. Το «μερίδιο» της Ελλάδας στο σύνολο των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου εκτιμάται σε 2,21%. Ο 2ος πυλώνας θα προέλθει από τον κοινοτικό προϋπολογισμό και ο 3ος θα συνίσταται κατά βάση σε ιδιωτικές επενδύσεις.

Επισημαίνεται ότι το ύψος των διατιθέμενων κονδυλίων επικρίθηκε ως δυσανάλογα μικρό για το μέγεθος και τις επιπτώσεις αυτής της ριζικής μεταβολής.

Ιστορικά, η έννοια της δίκαιης μετάβασης “just transition” χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη βόρεια Αμερική για να δηλώσει το αίτημα εκπόνησης σχεδίων στήριξης των εργαζομένων που πλήττονταν από την εφαρμογή πολιτικών προστασίας του περιβάλλοντος. Η ιδέα για τη χρηματοδότηση των χαμένων θέσεων εργασίας είχε διατυπωθεί αρκετά νωρίτερα στους κόλπους του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος με τον όρο «δίκαιη μετάβαση». Σταδιακά, η σημασία της δίκαιης μετάβασης διευρύνθηκε για να συμπεριλάβει τη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ τα τελευταία χρόνια συνδέθηκε ειδικότερα με τη δράση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

 

  • ΕΘΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΙΜΑ (ΕΣΕΚ): Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) αποτελεί το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για τα θέματα του Κλίματος και της Ενέργειας. Στο πλαίσιο του, ενσωματώνονται οι βασικές κατευθύνσεις της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής της Ε.Ε. ενώ εκπονείται ένας αναλυτικός οδικός χάρτης για την επίτευξη συγκριμένων Ενεργειακών και Κλιματικών Στόχων έως το έτος 2030. Το ΕΣΕΚ, βασικό εργαλείο ενεργειακής πολιτικής και κείμενο αναφοράς για την επόμενη δεκαετία, παρουσιάζει και αναλύει Προτεραιότητες και Μέτρα Πολιτικής σε ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών και οικονομικών δραστηριοτήτων προς όφελος της Ελληνικής κοινωνίας.

 

 

 

ΙΙ. Από τη σταδιακή στη «βίαιη» απολιγνιτοποίηση

    (απολιγνιτοποίηση με εμπροσθοβαρές χρονικό πρόσημο)

 

Η μετάβαση στη μεταλιγνιτική εποχή είναι μια διαδικασία που έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου 15 χρόνια στις εξορυκτικές περιοχές της χώρας μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μεταξύ των ετών 2004 και 2019, η παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη ως ποσοστό συμμετοχής στη συνολική ηλεκτροπαραγωγή υποχώρησε από το 63% στο 18%.

Η λιγνιτική παραγωγή (όπως μετριέται σε τόνους ισοδύναμου πετρελαίου) μειώθηκε από 3,055 εκ, τόνους το 2005 (ανώτερο σημείο) σε 1,613 εκ. τόνους το 2017 (σχεδόν κατά το ήμισυ).

Το προηγούμενο ΕΣΕΚ προέβλεπε τη σταδιακή μείωση της λιγνιτικής παραγωγής, με παράλληλη αύξηση της διείσδυσης των εγχώριων ΑΠΕ, στο σύνολο της ηλεκτροπαραγωγής, ώστε το 2040 αυτή να αντιπροσώπευε το 4,96% της εγκατεστημένης ισχύος και το 7,84% της καθαρής ηλεκτροπαραγωγής.

Η αξιοποίηση των εγχώριων κοιτασμάτων λιγνίτη θα συνέχιζε να συμβάλλει σημαντικά στην ασφάλεια του εφοδιασμού και στη συγκράτηση της ενεργειακής εξάρτησης.

Με γνώμονα τις ως άνω παραδοχές, θέση τόσο των Συνδικάτων της ΔΕΗ, όσο και των Εργατικών Κέντρων των πληττόμενων Περιφερειών, αποτέλεσε η ανάγκη εκπόνησης ενός ολιστικού και συγκροτημένου σχεδίου με σταδιακή απόσυρση των παλαιών λιγνιτικών μονάδων και συνέχιση της λειτουργίας τους μέχρι την ολοκλήρωση του χρόνου ζωής των νεότερων μονάδων.

Σε αυτή την κατεύθυνση προτείνονταν για την περιοχή μας λειτουργία 3 Μονάδος- 2025, λειτουργία 4 Μονάδος εξαλείψεως του κοιτάσματος -2035 περίπου.

Με το αναθεωρημένο ΕΣΕΚ (Δεκέμβριος 2019), η κυβερνητική στρατηγική διαμορφώνεται, πλέον, σε μια, εν πολλοίς αιφνιδιαστική, διαδικασία επίσπευσης της απολιγνιτοποίησης (εμπροσθοβαρές  χρονικό πρόσημο) για τη δραστική και οριστική μείωση του μεριδίου του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή. Ειδικότερα προβλέπεται:

  • η απόσυρση έως το 2023 (χρονοδιάγραμμα) του συνόλου των θερμικών σταθμών με καύσιμο το λιγνίτη που βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία (απαξιώνοντας ολοκληρωτικά λιγνιτικούς σταθμούς σύγχρονης τεχνολογίας όπως αυτοί της Μεγαλόπολης και της Μελίτης) και
  • η πλήρης απένταξη του λιγνίτη από το εγχώριο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής έως το 2028 (απαξιώνοντας τον πλέον σύγχρονο λιγνιτικό σταθμό της Ευρώπης Πτολεμαΐδα 5 ισχύος 660 MW που προβλέπεται να τεθεί σε εμπορική λειτουργία εντός του 2021).

Όπως ήταν λογικό, στη στρατηγική της «εσπευσμένης» απολιγνιτοποίησης και στα επιχειρήματα που τη συνόδευαν, ασκήθηκε οξύτατη και πολυεπίπεδη κριτική. Πιο συγκεκριμένα, και μεταξύ άλλων, καταγράφονται έντονες αντιθέσεις και ενστάσεις αναφορικά με:

  • Τον δυσμενή αντίκτυπο της βίαιης απολιγνιτοποίησης στις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες, καθώς και τις αβεβαιότητες που δημιουργούνται αφενός από την ενδεχόμενη ποσοτική και ποιοτική υποβάθμιση της περιφερειακής αγορά εργασίας, καθώς και αφετέρου από την προοπτική και το βαθμό εφικτότητας του επιχειρούμενου μετασχηματισμού του αναπτυξιακού μοντέλου σε περιφερειακό επίπεδο.
  • Τον κίνδυνο απώλειας τεχνογνωσίας και εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.
  • Τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας από την εισαγωγή πρώτων υλών για την εγκατάσταση ΑΠΕ και εγκαταστάσεων φυσικού αερίου αλλά και από την εισαγωγή του δεύτερου.
  • Την σημαντική άνοδο στην τιμή του ρεύματος από τη λειτουργία αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων.
  • Την ενδεχόμενη αύξηση φαινομένων ενεργειακής φτώχειας.
  • Τη χρήση του φυσικού αερίου ως «καυσίμου γέφυρας» μέχρι οι ΑΠΕ να αντικαταστήσουν πλήρως τον λιγνίτη. Οι μνήμες από το 2016 είναι «ζωντανές», όταν η Ελλάδα αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα εξαιτίας της έλλειψης φυσικού αερίου με το black out να αποφεύγεται από τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων της Δυτικής Μακεδονίας και της Αρκαδίας. Το φυσικό αέριο, πέρα από κοστοβόρο, προβάλλει ιδιαιτέρως εκτεθειμένο στις παγκόσμιες διακυμάνσεις των τιμών αλλά και ευάλωτο σε γεωπολιτικές παραμέτρους. Ταυτόχρονα, αν και κατά την καύση του παράγεται μικρότερη ποσότητα (περίπου 55% σε σχέση με το λιγνίτη) διοξείδιο του άνθρακα, ενδεχόμενη διαρροή πριν την καύση του εγκυμονεί σοβαρούς περιβαλλοντικούς κινδύνους.

 

Οι στόχοι και οι προτεραιότητες πολιτικής του ΕΣΕΚ συνοψίζονται ως εξής:

  1. Υψηλότερος στόχος μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, για να γίνει δυνατή η μετάβαση σε μια οικονομία κλιματικής ουδετερότητας έως το έτος 2050. Οι συνολικές εκπομπές ΑτΘ προβλέπεται να μειωθούν κατά τουλάχιστον 40% σε σχέση με το 1990 (επιδίωξη η επίτευξη ποσοστού μείωσης >42%)
  2. Αύξηση του στόχου για διείσδυση των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας (επιδίωξη το μερίδιο συμμετοχής των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας να ανέλθει τουλάχιστον στο 35%)
  3. Ενίσχυση της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης θέτοντας πιο φιλόδοξο στόχο εξοικονόμησης ενέργειας (επιδίωξη να επιτευχθεί βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά 38% σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή μεθοδολογία)
  4. Δρομολόγηση της δέσμευσης για την απολιγνιτοποίηση του τομέα της ηλεκτροπαραγωγής οδηγώντας σε ριζικό μετασχηματισμό τον ενεργειακό τομέα (απόσυρση λιγνιτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής έως το έτος 2028)

Με τον τερματισμό της λειτουργίας των λιγνιτορυχείων θα παραμείνουν «ανεκμετάλλευτα» τα τεράστια λιγνιτικά αποθέματα του υπεδάφους τους. Εκτιμάται ότι μετά το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, το 2023, στην περιοχή μας θα μείνουν στο έδαφος συνολικά 40 εκατομμύρια τόνοι λιγνίτη άμεσα εκμεταλεύσιμα και 50 εκατομμύρια τόνοι υπό προϋποθέσεις να εξοριχτούν.

5.Ταυτόχρονα, «απελευθερώνονται» οι εκτάσεις των σημερινών ορυγμάτων των ορυχείων λιγνίτη. Οι εκτάσεις αυτές αποτελούνται από περίπου 52.000 στρέμματα τα οποία έχουν απαλλοτριωθεί με δαπάνες της ΔΕΗ και υπέρ αυτής.

 

Αναφορικά με την τηλεθέρμανση στη Μεγαλόπολη, το σχέδιο έχει ως βασικό άξονα την ανάπτυξη δικτύου διανομής φυσικού αερίου, ώστε να αποτελέσει και την τελική λύση από το 2022 και μετά. Για τον επερχόμενο χειμώνα (2020-21), σχεδιάζεται η κατασκευή λέβητα υγροποιημένου αερίου (LPG) που είναι ικανός να καλύψει τις ανάγκες τηλεθέρμανσης. Το κόστος κατασκευής του λέβητα εκτιμάται σε πεντακόσιες (500) με εξακόσιες (600) χιλιάδες ευρώ και θα αναληφθεί από τη ΔΕΗ. Την περίοδο 2021-22, θα αρχίσει να κατασκευάζεται το δίκτυο φυσικού αερίου που θα συνδεθεί άμεσα με τα κτήρια τις περιοχής, ενώ ο λέβητας υγροποιημένου αερίου (LPG) θα χρησιμοποιείται, ώστε να εξασφαλιστεί στο ακέραιο η τηλεθέρμανση όσο θα διαρκούν οι εργασίες υποδομών φυσικού αερίου.

Τα αποτελέσματα της χρήσης της τηλεθέρμανσης για τον φετινό χειμώνα είναι προβληματική λειτουργία λόγω πολλών τεχνικών προβλημάτων και παροχή θέρμανσης 4 ώρες το 24ωρο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΙΙΙ. ΛΙΓΝΙΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ & ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΡΚΑΔΙΑΣ

 

Εξετάζοντας τη χωροθέτηση της λιγνιτικής δραστηριότητας στην Ελλάδα καταγράφεται συγκέντρωση σε 2 περιφέρειες, ήτοι Δυτική Μακεδονία και Πελοπόννησο. Πιο συγκεκριμένα στις Περιφερειακές Ενότητες Κοζάνης, Φλώρινας και Αρκαδίας.

Ειδικότερα, η Περιφερειακή Ενότητα Αρκαδίας, και πιο συγκεκριμένα ο Δήμος Μεγαλόπολης, «εκπροσωπεί» το 13% της εγκατεστημένης ισχύος. Το σύνολο των Μονάδων του Δήμου Μεγαλόπολης αναμένεται να έχουν αποσυρθεί μέχρι το τέλος του 2023.

Με δεδομένη τη διασύνδεση και τον υψηλό βαθμό εξάρτησης της λιγνιτικής παραγωγής με πλήθος δραστηριοτήτων (π.χ. εξόρυξη, εξυγίανση, παροχή ενέργεια κ.α.), η παύση της λιγνιτικής παραγωγής αναμένεται να επιφέρει πολλαπλασιαστικές αρνητικές επιπτώσεις στην περιφερειακή οικονομία και αγορά εργασίας αλλά και στα νοικοκυριά.

 

  • Σε επίπεδο οικονομίας:
  • Ο κλάδος της ενέργειας, εξόρυξης και ύδρευσης συμβάλλει κατά 33% στη συνολική ΑΠΑ (Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία) της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας.
  • Το 64% της ΑΠΑ του κλάδου της ενέργειας, εξόρυξης και ύδρευσης της Περιφέρειας Πελοποννήσου προκύπτει από την Περιφερειακή Ενότητα Αρκαδίας, γεγονός που επισημαίνει τη συγκέντρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του κλάδου στην περιοχή.
  • Οι επενδύσεις σε τοπικές εργολαβικές επιχειρήσεις στον τομέα της λιγνιτικής παραγωγής ανέρχονται σε περίπου 119 εκ €. δημιουργώντας πολλαπλασιαστικά οφέλη στην τοπική οικονομία.
  • Η περιφερειακή ενότητα Αρκαδίας εξαρτάται από τη λιγνιτική ηλεκτροπαραγωγή για την κάλυψη των αναγκών θέρμανσης των νοικοκυριών της.

 

  • Σε επίπεδο απασχόλησης:
  • Το 49% των εργαζομένων του κλάδου ενέργειας, εξόρυξης και ύδρευσης απασχολείται στην Περιφερειακή Ενότητα Αρκαδίας και αφορά περίπου 1.600 εργαζόμενους.
  • Το εργατικό δυναμικό που απασχολεί η ΔΕΗ Α.Ε. στις λιγνιτικές μονάδες της Μεγαλόπολης υπερβαίνει τα 1.000 άτομα.
  • Ποσοστό που υπερβαίνει το 5% του συνόλου των εργαζομένων απασχολείται στη λιγνιτική δραστηριότητα ενώ το εργατικό δυναμικό της ευρύτερης περιοχής (Δήμος Μεγαλόπολης και όμοροι Δήμοι) χαρακτηρίζεται από χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς, ο εξαιρετικά μεγάλος βαθμός εξάρτησης της οικονομίας και της απασχόλησης του Νομού Αρκαδίας από τον κλάδο ενέργειας, εξόρυξης και ύδρευσης ενώ ευκόλως συνάγεται η ευρεία και εκτεταμένη επίδραση της απολιγνιτοποίησης.

Η άμεση και έμμεση επίδραση της λιγνιτικής δραστηριότητας στην οικονομία της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας αποτιμάται σε 497 εκατ. € και η αντίστοιχη (άμεση και έμμεση) συμβολή της στην απασχόληση υπολογίζεται σε 4.000 εργαζόμενους, το οποίο αφορά περίπου το 60% των εργαζομένων του κλάδου στην Περιφέρεια.

Κατά αυτόν τον τρόπο, εκτιμάται πως η λιγνιτική δραστηριότητα υποστηρίζει τη λειτουργία περίπου 370 επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών που υπερβαίνει τα 120 εκ. €.

Στην αντίπερα όχθη, η πλήρης απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων, η περάτωση της λειτουργίας των ορυχείων και ο περιορισμός των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων που συνδέονται άμεσα με αυτή, εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε κατακρήμνιση της ΑΠΑ κατά 220 εκατ. €, σε απώλεια περισσότερων από 1200 θέσεων εργασίας και σε συρρίκνωση της δραστηριότητας περισσότερων από 60 επιχειρήσεων.

Η διαδικασία της απολιγνιτοποίησης θα επηρεάσει σημαντικά πρωτίστως τον Δήμο Μεγαλόπολης και δευτερευόντως τους όμορους Δήμους Τρίπολης και Γορτυνίας από την Περιφερειακή Ενότητα Αρκαδίας, καθώς και τον όμορο Δήμο Οιχαλίας από την Περιφερειακή Ενότητα Μεσσηνίας.

Οι τομείς που αναμένεται να υποστούν μεγάλη πτώση (καθίζηση) αφορούν:

  • βασικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες εξόρυξης λιγνίτη,
  • συμβατικές δραστηριότητες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος,
  • δραστηριότητες συλλογής, επεξεργασίας και διαχείρισης εξορυκτικών αποβλήτων και εξυγίανσης.

Παράλληλα, η απολιγνιτοποίηση θα δημιουργήσει ανάγκες παραγωγικού μετασχηματισμού, διαφοροποίησης και προσαρμογής στα νέα δεδομένα της μετάβασης για έναν μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, οι οποίες αλληλοεπιδρούν, σχετίζονται έμμεσα ή ενεργοποιούνται υποστηρικτικά της λιγνιτικής δραστηριότητας.

Οι τομείς που αναμένεται να μετασχηματιστούν αφορούν δραστηριότητες:

  • διανομής και εμπορίας ηλεκτρικού ρεύματος,
  • παραγωγής και προμήθειας πρώτων υλών και μηχανημάτων, υποστηρικτικές της λιγνιτικής δραστηριότητας,
  • κατασκευής και εμπορίας μεταλλικών προϊόντων, μηχανημάτων και εξοπλισμού,
  • τομέα μεταφορών.

Οι επιπτώσεις ενδεχόμενης αδυναμίας ή αποτυχίας μετασχηματισμού των επιχειρήσεων των ως άνω τομέων θα μεταφραστεί σε περαιτέρω συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης με έντονο το κίνδυνο της μη επίτευξης συνθήκης βιωσιμότητας. Αναμένεται να επηρεαστούν μέχρι και 250 επιχειρήσεις με κύκλο εργασιών περίπου στα 92 εκ.€.

Οι απώλειες σε ΑΠΑ εκτιμάται ότι δύνανται να ανέλθουν σε 88 εκατ. € και σε θέσεις εργασίας υπολογίζονται περίπου σε 1.750.

Επισημαίνεται, πως η μείωση της απασχόλησης που θα προέλθει από κλάδους σε φθίνουσα πορεία ή με ανάγκες μετασχηματισμού θα πυροδοτήσει τάσεις μετεγκατάστασης επιχειρήσεων και μετακίνησης πληθυσμού για την εύρεση καλύτερων προοπτικών εργασίας και διαβίωσης με αναπόδραστη συνέπεια καταστάσεις «ερημοποίησης» της ευρύτερης περιοχής και εκτεταμένο περιορισμό της δυναμικής της, που, όπως γίνεται αντιληπτό, θα προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές στην κοινωνική συνοχή.

 

 

  1. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ

 

Τα χρηματοδοτικά εργαλεία που αναμένεται να στηρίξουν την αναπτυξιακή μετάβαση είναι:

  • Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Δίκαιης Μετάβασης και πυλώνες αυτού (Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, InvestEU, ΕΤΕπ – Δανειακή Διευκόλυνση Δημοσίου Τομέα)
  • Ταμείο Ανάκαμψης
  • Πόροι Εταιρικού Συμφώνου για το Πλαίσιο Ανάπτυξης (ΕΣΠΑ) περιόδου 2014 – 2020 και 2021 – 2027 (Τομεακά – Περιφερειακά Προγράμματα)
  • Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης
  • Ανταγωνιστικά Προγράμματα της ΕΕ
  • Εθνικοί πόροι (Πράσινο Ταμείο, Τέλος Ανάπτυξης Βιομηχανικών Περιοχών, Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων)
  • Ιδιωτικά και δανειακά κεφάλαια που συνδέονται με τις επενδύσεις που αναμένεται να υλοποιηθούν

 

  1. V. ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΚΑΙΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ: ΣΤΟΧΕΥΣΗ – ΔΡΑΣΕΙΣ -ΣΤΗΡΙΞΗ

 

Το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (ΤΔΜ) θα επικεντρωθεί στην οικονομική διαφοροποίηση, τον τεχνολογικό και παραγωγικό μετασχηματισμό των περιοχών που πλήττονται περισσότερο από την «κλιματική μετάβαση» σε συνδυασμό με παρεμβάσεις για την απόκτηση νέων δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Ειδικότερα δύναται να παρέχεται (υπο)στήριξη σε επενδύσεις:

  • παραγωγικές επενδύσεις σε ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των νεοφυών επιχειρήσεων, που οδηγούν σε οικονομική διαφοροποίηση και μετατροπή,
  • επενδύσεις στην ίδρυση νέων επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων μέσω εκκολαπτηρίων επιχειρήσεων και συμβουλευτικών υπηρεσιών,
  • επενδύσεις σε δραστηριότητες έρευνας και καινοτομίας και προώθηση της μεταφοράς προηγμένων τεχνολογιών,
  • επενδύσεις στην ανάπτυξη τεχνολογίας και υποδομών για οικονομικά προσιτή καθαρή ενέργεια, στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στην ενεργειακή απόδοση και στις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας,
  • επενδύσεις στην ψηφιοποίηση και την ψηφιακή συνδεσιμότητα,
  • επενδύσεις στην αναγέννηση και απορρύπανση εκτάσεων, σε σχέδια αποκατάστασης του εδάφους και αναπροσαρμογής της χρήσης γης,
  • επενδύσεις στην ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, μεταξύ άλλων μέσω της πρόληψης και της μείωσης αποβλήτων, μέσω της αποδοτικής χρήσης των πόρων, της επαναχρησιμοποίησης, της επισκευής και της ανακύκλωσης,
  • αναβάθμιση δεξιοτήτων και απόκτηση νέων δεξιοτήτων από τους εργαζομένους,
  • συνδρομή για την αναζήτηση εργασίας σε όσους αναζητούν εργασία,
  • ενεργητική συμπερίληψη των αναζητούντων εργασία,
  • τεχνική βοήθεια.
  1. VI. ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΧΩΡΩΝ ΓΙΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΝΘΡΑΚΑ & ΛΙΓΝΙΤΗ

 

  • Αύξηση της συμβολής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα. Φορολογικές ελαφρύνσεις, κίνητρα και επιδοτήσεις για τη χρήση εναλλακτικών μορφών ενέργειας.
  • Μέριμνα για την ορθή επαναχρησιμοποίηση γαιών και την ανάπτυξη νέων διαφοροποιημένων παραγωγικών και επιχειρησιακών δραστηριοτήτων. Επαναπροσδιορισμός των χρήσεων γης.
  • Διαφοροποίηση της περιοχής μετάβασης προς συγγενή χρήση.
  • Χρηματοδότηση έργων ανάπτυξης υποδομών.
  • Ενδυνάμωση τομέων και κλάδων με γνώμονα την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων (πολιτιστική κληρονομιά, τουριστικός τομέας κ.α.).
  • Προσέλκυση νέων επενδύσεων εντάσεως εργασίας (σημαντικές προοπτικές τόνωσης της απασχόλησης) μέσω της θέσπισης ενός ειδικού και διακριτού νομοθετικού πλαισίου με έμφαση στην παροχή κινήτρων.
  • Οικονομική υποστήριξη υφιστάμενων και νέων επιχειρήσεων.
  • Ενίσχυση της προσβασιμότητας και της διασύνδεσης των περιοχών για τη μετακίνηση αγαθών και υπηρεσιών.
  • Δημιουργία τεχνολογικών κέντρων έρευνας και ανάπτυξης.
  • Επικέντρωση σε στοχευμένες δράσεις κατάρτισης, επανακατάρτισης, επανειδίκευσης και επαγγελματικού επαναπροσανατολισμού του ανθρώπινου κεφαλαίου.
  • Προγράμματα εθελούσιων εξόδων και πρόωρης συνταξιοδότησης.
  • Δράσεις ενίσχυσης της απορρόφησης των εργαζομένων στις επηρεαζόμενες περιοχές με άξονα την καινοτόμο επιχειρηματικότητα.
  • Παροχή κοινωνικών επιδομάτων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

VII. ΑΞΟΝΕΣ ΔΡΑΣΗΣ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

 

Χωρίς αμφιβολία, το υφιστάμενο μοντέλο ανάπτυξης της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας, η οικονομία και η απασχόληση παρουσιάζουν υψηλότατο βαθμό εξάρτησης από τη λιγνιτική παραγωγή και δραστηριότητα.

Η επίσπευση, λοιπόν, της παύσης λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων και ορυχείων (απόσυρση 2023) αναμένεται να προκαλέσει ένα ισχυρό σοκ στην ευρύτερη περιοχή χωροθέτησής τους με ένα σοβαρές επιπτώσεις:

  • συρρίκνωσης της αγοράς εργασίας (ποσοτική και ποιοτική υποβάθμιση),
  • μαζικού κλεισίματος επιχειρήσεων (άμεσα πληττόμενες ή υπό μετασχηματισμό),
  • σημαντικής υποχώρησης του ΑΕΠ και του διαθέσιμου εισοδήματος σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας,
  • ευρείας κλίμακας πτώση της κατανάλωσης.

Οι δυσμενείς εξελίξεις στο πεδίο της οικονομίας, της απασχόλησης και της επιχειρηματικότητας, αν  δεν ανασχεθούν, θα μετατραπούν σε επώδυνες κοινωνικές συνέπειες με διάλυση του κοινωνικού ιστού, εκδήλωση φαινομένων μετακίνησης πληθυσμού και ερήμωσης περιοχών, αύξηση φαινομένων σχετικής ή/και απόλυτης φτώχειας, όξυνση των κάθε λογής ανισοτήτων.

Η απόφαση της Κυβέρνησης για βίαιη απολιγνιτοποίηση με εμπροσθοβαρές χρονικό πρόσημο –έχει δεχτεί έντονη και τεκμηριωμένη κριτική και από το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αρκαδίας– προϋποθέτει και απαιτεί ένα ολοκληρωμένο, συντεταγμένο και σπονδυλωτά αρθρωμένο Στρατηγικό Σχέδιο Δράσης με διακριτές φάσεις για την δίκαιη, ομαλή, επιτυχή, αναπτυξιακή και μακροπρόθεσμα βιώσιμη μετάβαση στη μεταλιγνιτική περίοδο.

Σε κάθε περίπτωση το Στρατηγικό Σχέδιο Δράσης οφείλει να εδράζεται πάνω σε διαγνωσμένες ανάγκες, διαπιστωμένες δυνατότητες του Τόπου (συγκριτικά πλεονεκτήματα) και του ανθρώπινου κεφαλαίου του, καθώς και σε καινοτόμες προκλήσεις.

Όλα τα παραπάνω οικονομικά στοιχεία και επιπτώσεις προκύπτουν από δικές σας οδηγίες, δικές σας μελέτες και είναι αναμφισβήτητες παραδοχές. Έτσι λοιπόν, καλούμαστε να εκφράσουμε τις θέσεις μας σε αυτά που μας προτείνετε κα είναι:

1ον) Καύση Απορριμμάτων – η οποία βαφτίζεται «πράσινη ανάπτυξη» και θα επιδοτηθεί και από το εν λόγω ταμείο και έχοντας εξασφαλίσει τιμή 80 ευρώ τον τόνο συν ΦΠΑ συν μεταφορικά.

2ον) Ανακύκλωση των απορριμμάτων σε ποσοστό 75%. Ελάχιστη εγγυημένη ποσότητα για καύση 150 χιλιάδων τόνων, άρα 600 χιλιάδες τόνοι αφού το 25% υπολογίζεται ότι θα είναι το οργανικό που θα καεί, νούμερα που δεν υπάρχουν στην Περιφέρεια Πελοποννήσου άρα δεν μιλάμε για Περιφερειακό Σχεδιασμό αλλά για Εθνικό. Αυτό τον Εθνικό Σχεδιασμό έρχεται να υπηρετήσει η επαναλειτουργία του σιδηροδρόμου στη Μεγαλόπολη ο οποίος θα μεταφέρει απορρίμματα και επικίνδυνα για τη δημιουργία ΧΥΤΕΑ – χώρου υγειονομικής ταφής επικίνδυνων αποβλήτων. Τα κατάλοιπα της καύσης θάβονται υποχρεωτικά σε ΧΥΤΕΑ.

Σαν να μην έφτανε αυτό, πριν στεγνώσει η Υπογραφή της Σύμβασης Περιφέρειας και Ανάδοχου Εταιρείας, ο Τραπεζικός Όμιλος ανακοίνωσε την αδειοδότηση του έργου. Σημειώστε ότι αν δεν διασφαλίζεται η εγγυημένη ποσότητα των 150 χιλιάδων τόνων θα υπάρχουν ρήτρες, άρα θα παρακαλάμε για να γίνουμε χαβούζα της Περιφέρειας Πελοποννήσου.

3ον) Φωτοβολταικό Πάρκο 15 χιλιάδων στρεμμάτων από Κοινοπρακτικό Σχήμα 51% Γερμανοί – 49% ΔΕΗ, δικαιούμαστε να ρωτήσουμε αφού θα είναι καλοπληρωμένο από τα χρηματοδοτικά εργαλεία που αναφέραμε,

  • ποιά θα είναι τα οφέλη της τοπικής κοινωνίας
  • πόσες θέσεις εργασίας θα υπάρχουν
  • πόσα χρήματα θα μείνουν στην περιοχή
  • πόσα χρήματα θα είναι η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στην τοπική κοινωνία και στην Περιφέρεια.

Το Σχέδιο Δίκαιης Μετάβασης προβλέπει εκτός των άλλων να ληφθούν υπόψιν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής και η τεχνογνωσία. Δεδομένα είναι η βιομηχανική κουλτούρα της περιοχής και η τεχνική κατεύθυνση (μηχανολόγοι, ηλεκτρολόγοι, ηλεκτροσυγκολλητές), όσοι τελοσπάντων έχουν απομείνει από τους εναπομείναντες νέους συμβασιούχους, αυτοαπασχολούμενους γιατί έχει ξεκινήσει ήδη μαζική φυγή των νέων, η οποία για να ανατραπεί πρέπει να συνεχίσει παράλληλα για ικανό διάστημα η λειτουργία των Μονάδων της ΔΕΗ. Αντί αυτού, βλέπουμε επιχειρηματικούς κολοσσούς έχοντας διασφαλισμένη την χρηματοδότηση σε ποσοστό 101% να εκδηλώνουν ενδιαφέρον, επιχειρήσεις με κατεύθυνση όχι τεχνική αλλά άλλες κατευθύνσεις χωρίς να υπάρχει η σχετική εξειδίκευση στην περιοχή αλλά για άλλους λόγους.

Ακούσαμε από τα χείλη του Προέδρου της Λιγνιτικής, η οποία είναι θυγατρική της ΔΕΗ, ότι η Λιγνιτική θα παραχωρήσει εκτάσεις γης της στο Δημόσιο 35 χιλιάδες στρέμματα και το Δημόσιο θα πράξει ανάλογα. Νομίζουμε ότι δικαιούμαστε να ρωτήσουμε, η ΔΕΗ δεν είναι μια εισαγμένη Εταιρεία στο Χρηματιστήριο η οποία επιβάλλεται να λειτουργεί με ιδιωτικονομικά κριτήρια; Την ίδια στιγμή που ευάλωτες κοινωνικές ομάδες κάτω από την 10ετή οικονομική κρίση και την πανδημία αδυνατούν να πληρώσουν το ρεύμα, καθημερινά καλούνται από εισπρακτικές εταιρείες της ΔΕΗ ή να πληρώσουν άμεσα ή αλλιώς απειλούνται να βυθιστούν στο σκοτάδι,  η ΔΕΗ να έρχεται απλόχερα και  να δωρίζει στο Κράτος 35 χιλιάδες στρέμματα γης. Γιατί άραγε;

Παρέχουμε σε επιχειρηματικούς ομίλους γη και ύδωρ, πλούσια στην περιοχή της Μεγαλόπολης, ειδικά κίνητρα, δηλαδή ειδικές οικονομικές ζώνες που θα γενικευτούν σε όμορους Δήμους και σε όμορες Περιφερειακές Ενότητες σε συνδυασμό με μείωση της φορολογίας των ασφαλιστικών παροχών για το εργασιακό τσουνάμι (κατάργηση του 8ωρου). Αναγκάζουμε τους νέους μας να εργάζονται σε συνθήκες αποικιοκρατίας με μισθούς πείνας και εξαθλίωσης, μετανάστες στην ίδια τους την Χώρα προς όφελος «ολίγων επιχειρηματικών επενδυτών» που θα θησαυρίσουν αφήνοντας ψίχουλα στο Δήμο Μεγαλόπολης και κατά συνέπεια στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στην Περιφέρεια.

Για εμάς κύριοι και συμμετέχοντες, έχει αξία παράλληλα με τον Δήμο Μεγαλόπολης, την Περιφέρεια Πελοποννήσου και την Χώρα να σωθούν και οι εργαζόμενοι, γιατί για εμάς οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί και η οικονομία και η ανάπτυξη έχουν αξία να γίνονται για να αναβαθμίζουν τον άνθρωπο και τις σύγχρονες ανάγκες του.

Για να μην έχουμε υποβάθμιση, φτωχοποίηση, ερημοποίηση επιβάλλεται σε αυτή την κατεύθυνση  και πρέπει να ληφθούν στοχευμένες πολιτικές για την:

  • Ενίσχυση της προσβασιμότητας και της διασύνδεσης των περιοχών για τη μετακίνηση αγαθών και υπηρεσιών.
  • Επαναλειτουργία του σιδηροδρόμου για την καλύτερη και παραγωγική διασύνδεση της Περιφερειακής Ενότητας Αρκαδίας με περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδος είναι ένα έργο με προστιθέμενη αξία στην αναπτυξιακή προσπάθεια.

 

  • Επικέντρωση σε στοχευμένες δράσεις κατάρτισης, επανακατάρτισης, επανειδίκευσης και επαγγελματικού επαναπροσανατολισμού του ανθρώπινου κεφαλαίου.
  • Απαιτούνται ολοκληρωμένες παρεμβάσεις και στοχευμένα προγράμματα ανάπτυξης νέων δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό με στόχο την επανένταξη στην αγορά εργασίας και την υποστήριξη του συντελούμενου παραγωγικού μετασχηματισμού. Τα προγράμματα κατάρτισης και οι καλλιεργούμενες δεξιότητες θα πρέπει να βασίζονται στις διαγνωσμένες ανάγκες των υπο ανάπτυξη κλάδων.

 

  • Κοινωνικές Πολιτικές: Η θωράκιση της κοινωνικής συνοχής και η προστασία από φαινόμενα φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού ή διόγκωσης ανισοτήτων, προϋποθέτει τη διαμόρφωση ενός πλέγματος κοινωνικών πολιτικών με παροχή κοινωνικών επιδομάτων, δημιουργία ειδικού καθεστώτος πρόωρης συνταξιοδότησης για εργαζομένους άνω των 53 ετών σε επαγγέλματα που οδεύουν προς αφανισμό στην περιοχή εξαιτίας της διαδικασίας απολιγνιτοποίησης.

 

  • Παροχή φορολογικών και άλλων ελαφρύνσεων στις πληττόμενες από την απολιγνιτοποίηση επιχειρήσεις -με δέσμευση περί μη απόλυσης- προκειμένου να ενισχύσουν την αντοχή τους και να επιχειρήσουν τον μετασχηματισμό τους.

 

  • Συνέργειες με το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αναβάθμιση εκπαιδευτικών υποδομών, κατασκευή πρότυπων σχολείων και κέντρων επανακατάρτισης ανθρώπινου δυναμικού.

 

  • Ισονομία και ισοτιμία μεταξύ Μεγαλόπολης – Κοζάνης – Πτολεμαίδας -Φλώρινας ως προς τον χρόνο λειτουργίας των Μονάδων.